ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΟΥ!

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού OΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΛΟΓΚ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ izismile.com

14 Απρ 2014

ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟ ΜΑΤΙ



        
Γιατί αν πίστευα, θα τριγυρνούσα με αρμαθιά σκόρδα γύρω από το λαιμό μου και πέντε κιλά ματόχαντρα πάνω μου…
Μόλις έγραψα στο φέισμπουκ πως έγινα σμήναρχος, όπως πληροφορήθηκα από εγκυρότατες πηγές, που δεν αναγράφω για ευνόητους λόγους, άρχισαν τα όργανα.
Και εξηγούμαι:
-χάλασε το πιστολάκι των μαλλιών μου, επαγγελματικό, το είχα πάρει 250 ευρώ. Τώρα που θα βρω άλλο, δεν ξέρω, το είχα παραγγείλει μέσω μιας φίλης κομμώτριας που τώρα χτενίζει στην Κόνιτσα.
         -χάλασε το cd player του 
γερμανούλη μου και δε ρουφάει το cd, οπότε πρέπει να πάρω καινούργιο και το παλιό ήταν clarion.  Το είχα πληρώσει κοντά στα 500 ευρώ πριν πέντε χρόνια…
         -πάω να πάρω χρήματα να πληρώσω το κινητό, έχει απομαγνητιστεί το τσιπάκι της κάρτας. Παίρνω τελικά λεφτά από την άλλη κάρτα, στέλνω μια συνάδελφο που είχε άδεια να πληρώσει το λογαριασμό, μου τηλεφωνεί, ότι έχει πέσει το σύστημα της wind και δεν μπορούν να γίνουν συναλλαγές. Πάει πέντε φορές μέχρι να κλείσουν τα μαγαζιά τίποτα. Την επομένη ήταν Κυριακή, τη Δευτέρα, το κινητό νεκρό. Στέλνω άλλη συνάδελφο γιατί εγώ δούλευα, το πλήρωσε.
        
-πάω στην τράπεζα να βγάλω νέα κάρτα, τρώω τρεις ώρες στο περίμενε και άλλη τόση στην ουρά να πάρω λεφτά μέχρι να βγει η νέα κάρτα.
         -τράκαρα το γερμανό. Φρεσκοβαμένος, κούκλος, αλλά του έβγαλα τα μάτια. Στην πίσω δεξιά μεριά εκεί που θα ήταν η πόρτα, έχει ένα βαθούλωμα και έφυγε και το διακοσμητικό προφυλακτηκάκι. Ένα 500ράκι ευρώ μέσα στο νερό στην bmw για να ξαναφτιαχτεί κουκλί το γερμανάκι μου!
         -πιάνεται το νύχι από το δεξιό παράμεσο στην κλειδαριά του σπιτιού, σπάει και το μισό είναι όρθιο πάνω στο δέρμα. Πόνος; Πόοοοοονος! Το τυλίγω για να πάω στη δουλειά, επιστρέφω το βράδυ, κάνω ένα μπάνιο, δε βάζω γάντι, γίνεται η γάζα μούσκεμα, τη βγάζω και κοιμάμαι να μείνει λίγο στον αέρα το δάκτυλο. Το πρωί βρίσκω κάτι κάτασπρο στο σεντόνι, το κοιτώ καλά καλά, είναι το νύχι μου. Αυτό που είχε μείνει στο δάκτυλο. Δεν έχω δει το δάκτυλο πως είναι χωρίς νύχι, το έδεσα χωρίς να το δω. Το κρατώ δεμένο με επίδεσμο μέχρι να βγει το νέο νυχάκι.

         Δηλαδή αν γίνω ταξίαρχος, τι θα πάθω;

         Πήρα ένα φίλο παπά να μου διαβάσει καμιά ευχή, έχω και τρία παπαδόπαιδα στο τμήμα μου, τους ζήτησα να μου διαβάζουν μια ευχή κάθε μέρα και οι τρεις. Μπας και μου πάνε καλύτερα τα πράγματα. Λάλησα. Όλα αυτά μέσα σε δέκα μέρες. Δε μιλώ για τη γρίπη που ακόμα με βασανίζει, για τη λαρυγγίτιδα, τον πυρετό, το βήχα του γέρου με το τσιμπούκι, λέω αυτά που κάποιος δε θα μου πει ότι φταίει η δουλειά μου…
         Αυτά, με υγεία και χαρές εύχομαι η καινούργια εβδομάδα.
         Αααα, θα το ξέχναγα, είμαι υπηρεσία Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Κυριακή του Πάσχα και Δευτέρα του Πάσχα. Αυτά.
         Καλή Μεγάλη εβδομάδα! 


31 Μαρ 2014

ΣΑ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ...



         Και επειδή όπως λέει και η σοφή παροιμία: ο λύκος και αν εγέρασε και άσπρισεν το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του, θα συνεχίσω να γκρινιάζω.
     
    Απαράδεκτο αυτό που γίνεται στους δρόμους με τις πινακίδες. Καλώς ή κακώς, υπάρχουν σημάνσεις που λένε αν ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης ή μονόδρομος, αν στρίβει δεξιά ή αριστερά, αν επιτρέπεται να στρίψεις ή όχι. Θα μου πεις και δικαίως, ότι καλώς υπάρχουν οι σημάνσεις αυτού του τύπου. Και φυσικά καλώς υπάρχουν. Όμως μπορείς να τις δεις; Όχι. ΟΧΙ. Γιατί κάποιοι ανεγκέφαλοι, έχουν κολλήσει πάνω στις πινακίδες αυτοκόλλητα διαφημιστικά ή χιουμοριστικά. Και έτσι δεν ξέρεις τι σκατά σήμανση έχει. Και την πατάς.
         Χάθηκα σε μια περιοχή που δε γνωρίζω. Επειδή έχω αίσθηση προσανατολισμού, ήξερα πως έπρεπε να στρίψω κάπου δεξιά. Έλα όμως που δεν ήξερα που θα μπορούσα να στρίψω. Οι πινακίδες ήταν όλες μα όλες ρε παιδιά,  γεμάτες αυτοκόλλητα και δεν ήξερα αν επιτρέπεται ή όχι. Κοιτούσα να δω αν τα αυτοκίνητα είναι με τη μούρη όλα για να καταλάβω αν είναι μονόδρομος ή αμφίδρομος ο δρόμος, αλλά μπα! Πινακίδα υπήρχε. Αλλά τι να έλεγε; Κανείς δε γνωρίζει…
         Το ρισκάρω και στρίβω. 
Μονόδρομος και από την αντίθετη κατεύθυνση. Έρχεται ο θείος με το μουστάκι και το προϊστορικό φόρντ, είναι μπροστά μου, είχε στρίψει αριστερά και μπήκε στο δρόμο που ήμουν εγώ. Μουλαρώνει, βγαίνει από το αυτοκίνητο, έρχεται δίπλα μου, κατουρήθηκα από το φόβο μου, κατεβάζω λίγο το παράθυρο και αρχίζει να με βρίζει. Του εξηγώ ότι χάθηκα, δε χαμπαριάζει. Ότι δε φαίνεται η πινακίδα και για αυτό είμαι παράνομη. Τίποτα ο μπάρμπας. Εξηγήστε μου πως θα βγω στον κεντρικό δρόμο και θα φύγω. Απτόητος. Το τί άκουσα; Το τί άκουσα!!! Τι ότι δεν κάθομαι σπίτι να πλύνω κανένα πιάτο, τι το ότι πήρα μια μπε εμ βε και κάνω βόλτες. (Λες και δεν είχα καλύτερο να κάνω από το να κόβω βόλτες στην κωλοπεριοχή του Κυριακή ξημερώματα Δευτέρας!). Τι να πιάσω κάτι άλλο (το πιάσατε το υπονοούμενο) από το να πιάνω το τιμόνι. Απηδήχτου και απάρτου γωνία ο τύπος με το μύστακα και το νύχι στο μικρό δακτυλάκι. Αυτός έλεγε, εγώ πήγαινα να μιλήσω αλλά δε με άφηνε. Ώρα τέσσερις και μισή τα ξημερώματα τώρα αυτά. Με τα πολλά, με ανάγκασε να κάνω όπισθεν  κοντά πεντακόσια μέτρα για να βγω στο δρόμο ενώ αυτός θα έκανε πίσω δέκα μέτρα και θα περνούσα. Βγήκαμε σε άλλο δρόμο, με μούτζωσε (δε θα ματιάζομαι) και έφυγε. Ξαναπροσπαθώ να βγω σε κάποια λεωφόρο, ματαχάθηκα, τέλος έφτασα σε μια και μπροστά έχει μια διχάλα.
        
Εγώ πώς να πάω; Πινακίδα δεν υπήρχε. Αυτοκίνητο δεν περνούσε. Πάω αριστερά. Αριστερά μου είχαν πει. Σιγά που βγήκα. Σκοτάδι πίσσα, φωτισμός μέτριος. Από τη μια μεριά εργοστάσια, από την άλλη χωράφια. Φοβήθηκα… κάνω αναστροφή, παράνομη ως το κόκκαλο, ξαναπάω στη διχάλα, πάω δεξιά.
         Παρακάτω πάλι διχάλα. Ξανά μανά τα ίδια. Αριστερά χαμένη, ξαναγυρνώ με αναστροφή στη δεύτερη διχάλα. Πάω δεξιά. Μπλέκομαι μέσα σε διάφορα τετράγωνα με πολυκατοικίες. Εδώ δεν είχε όχι σήμανση, αλλά ούτε φώτα. Πάω από δω, στρίβω από κει, βγαίνω κάπου σχετικά καλά. Φώτα, σήμανση, φανάρια.
         Ουάου, είμαι πίσω στον πολιτισμό. Πάω όπως βλέπω μακριά έναν ταρίφα, παρντόν έναν ταξιτζή. Αλλά ο ταξιτζής στρίβει αριστερά, πάω και εγώ και βρίσκομαι πάλι στον αρχικό δρόμο που έχει εργοστάσια δεξιά και αριστερά χωράφια. Πίσω μου όμως έρχεται ένα μικρό μπλε με λεντ στο καπώ. Ανάβω φλας για αριστερά να ξαναβγώ σε κάποιο άλλο δρόμο. Κάνω απόσταση δυο τριών χιλιομέτρων, στρίβω. 
Τώρα η ώρα είναι πέντε και μισή. Έχω χαθεί και στις επτά πρέπει να είμαι και στο νοσοκομείο για δουλειά…
         Μπαίνω σε μια περιοχή σχετικά καλή. Βγαίνω ούτε και ξέρω που. Παίρνω τηλέφωνο για οδηγίες. Περιγράφω τι βλέπω, πως λένε την οδό, δεν ξέρουν να μου δώσουν οδηγίες.
         Σταματώ σε ένα φανάρι. Μαντέψτε. Μπροστά διχάλα. Και δεν έχω ξαναπεράσει από κει. Με τα πολλά βγαίνω δεν ξέρω πως, στην κεντρική λεωφόρο της Πετρουπόλεως. Εγώ στον Αγιο Στέφανο ήμουν. Τώρα πως βρέθηκα εκεί, δεν ξέρω! Έχω περάσει αερογέφυρες, έχω περάσει ποτάμια, έχω περάσει σκοτεινιές, τα είδα όλα.
         Είμαι στο φανάρι και δεν ξέρω πώς να πάω. Η ώρα είναι έξι και τέταρτο. Βάλτε με το μυαλό σας τώρα πόση ώρα περιπλανιόμουν. Ευτυχώς είχα βενζίνη και ωραία μουσική. Ταγκό και βάλς στο σιντί. Ξαναπαίρνω τηλέφωνο για οδηγίες. Πρότεινε ό άνθρωπος να έρθει να με οδηγήσει στο κέντρο. Αλλά μέχρι να έρθει θα πήγαινε η ώρα τουλάχιστον επτά παρά. Θα αργούσα.
         Βλέπω ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει. Ανάβω αλάρμ, βγάζω το χέρι και του κάνω νόημα να σταματήσει. Σταματά και… είναι μια υπαξιωματικός από το ΓΝΑ που πάει για δουλειά και με ξέρει.
         -Προϊσταμένη, τι κάνετε εδώ;
         -Χάθηκα κορίτσι μου, πως θα βγω στο κέντρο της Αθήνας;
         -Ακολουθήστε με. Και εγώ στο ΓΝΑ πάω.
         Και την ακολούθησα. Βάλτε με το μυαλό σας τι θα σκέφτηκε η κοπέλα για μένα που ξέρει και που μένω, γιατί έχει έρθει με το παλιό μου τμήμα στο σπίτι μου…


Αυτά, με τούτα και με κείνα, χάλασε και το σιντί στο αυτοκίνητο και δε ρουφάει το σιντί. Και είναι και clarion, το είχα πληρώσει και 400 ευρώ. Τώρα πρέπει να πάω για καινούργιο. Σιχτίρ…

27 Μαρ 2014

H ΨΩΝΑΡΑ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ




Χάθηκα το ξέρω. Είναι ένας μήνας που δεν έκανα ανάρτηση και δεν πέρασα από την μπλογκογειτονιά μας, αλλά τώρα είμαι εδώ.
Κουράστηκα πολύ, διασκέδασα ακόμα περισσότερο, ταξίδεψα, έγραψα, ξενύχτισα, έκλαψα, νευρίασα, ξεκουράστηκα…
Και τώρα γύρισα ίδια και απαράλλαχτη. Όπως με θυμάστε. Με τη γκρίνια μου, τις ιδιοτροπίες μου, τα νεύρα μου και το χιούμορ μου.
Έχω πάρα πολλά να μοιραστώ μαζί σας.
Κάναμε το πάρτυ του τμήματος όπως κάθε χρόνο. Χορέψαμε μέχρι πρωίας, ήπιαμε, γελάσαμε και δε σας λέω τι έγινε στο κέντρο. Το πρωί, γύρω στις τέσσερις και μισή, φεύγω από το πάρτυ. Επειδή θα πήγαινα προς το κέντρο, παίρνω με το αυτοκίνητο και μια συνάδελφο. Την ώρα που είμαστε στη συμβολή της λεωφόρου με την Κηφισίας, κοιτάμε και οι δυο ένα μαγαζί που ήταν ανοικτό και είχε καφέ και όλα τα συνοδευτικά του. Και με ένα στόμα λέμε «δεν πίνουμε ένα καφεδάκι, να φάμε και μια μηλόπιτα;» το τι γέλιο κάναμε δεν περιγράφεται.
Την πάω στο σπίτι της 
γύρω στις πέντε. Το σπίτι ήταν στα Σεπόλια. Όχι ότι ήξερα να πάω, η κοπέλα με πήγε. «Έλα πάνω να πιούμε έναν καφέ», μου λέει. Τέτοια ώρα βέβαια, δεν ήμουν για κοινωνικές επισκέψεις. Μου δίνει οδηγίες να φύγω. Θα στρίψω αριστερά και πάλι αριστερά και όλο ευθεία και θα βγω στη λεωφόρο και δεξιά θα βγω στο κέντρο. Ωραία η θεωρία, αλλά στην πράξη εγώ βγήκα στο Μπουρνάζι. Κλειστά τα μαγαζιά, σκοτάδι, κανένα αυτοκίνητο να περνά… ψιλοφοβήθηκα. Βλέπω από μακριά δυο φώτα. Πλησίασε ένα ταξί, ανάβω αλλάρμ κορνάρω, βγάζω το χέρι, σταματά ο άνθρωπος δίπλα μου και κοντεύει να πνιγεί γιατί έπινε και έναν καφέ. Με κοιτά με τα φίδια στο κεφάλι και με το μακιγιάζ πολύ πολύ άγριο και βάζει τα γέλια.
-Συγνώμη κύριε, που βρίσκομαι; Ρωτώ.
-Συγνώμη ποια είστε; Με ρωτάει
-Η Μέδουσα, του λέω. Που βρίσκομαι;
-Στο Μπουρνάζι ρε κοπελιά. Και γελάει ο άνθρωπος.
-Παναγία μου! Πως θα φύγω από εδώ;
-Όπως ήρθες ρε κοπελιά! Μου λέει ο άνθρωπος και πολύ λογικά…
-Μα χάθηκα και βρέθηκα εδώ. Το πάρτυ ήταν στα Μελίσσια, πήγα μια φίλη στα Σεπόλια και μετά χάθηκα και βρέθηκα εδώ. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
Και με βοήθησε ο άνθρωπος, με πήγε μέχρι την Ομόνοια. Στο Σύνταγμα, είμαι σταματημένη στο φανάρι και βγάζω τα φίδια από το κεφάλι μου. Στο διπλανό αυτοκίνητο, είναι δυο νεαροί που με κοιτάνε με μάτια γουρλωμένα. Ανοίγω το παράθυρο, του κάνω νόημα και ανοίγει και ο συνοδηγός το δικό του. Του προσφέρω ένα φιδάκι και ρωτώ: «θέλετε ένα φιδάκι;» «Όχι» μου λέει το παλικάρι. Βγάζω άλλο ένα 
και του λέω: «θέλετε δύο;» Αλλά άναψε το πράσινο, τους άφησα να με κοιτάνε και έφυγα σφαίρα. Έφτασα σπίτι στις έξι και μισή και από την υπερένταση κοιμήθηκα στις οκτώ. Πέρασα την Καθαρά Δευτέρα μου στο κρεβάτι. Έριξα κάτι ύπνους, μα τι ύπνους! Χόρτασα!!!
Όπως βλέπετε, παραμένω η τρελλάρα που ξέρετε. Όπως την ξέρετε; Όχι!

Έγινα και… σμήναρχος!!!!! Ναι! Τώρα είμαι μια σμηναρχούλα. Όχι ότι άλλαξε κάτι στη ζωή μου, μόνο ένα γαλονάκι στη στολή, αλλά το χάρηκα ρε παιδιά. Είχα ανάγκη από μια αλλαγή. Και αυτή ήρθε χωρίς να το περιμένω. Δεν αλλάζω πόστο, δεν παίρνω αύξηση, μη σου πω πως θα μου κρατάνε και διαφορά προαγωγής, αλλά το χάρηκα. Αααα, πρέπει να πάω τη στολή για αλλαγή γαλονιών και να αλλάξω και σφραγίδα
Αυτά. Τα υπόλοιπα σε άλλη ανάρτηση!

15 Φεβ 2014

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ



Το ξέρω πως άργησα να απαντήσω, αλλά είχα πολλά να κάνω και κυρίως να γράψω. Η απάντηση στο ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης, είναι η παρακάτω. 
H υπογεννητικότητα, σύμφωνα με το λεξικό, είναι ο μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μία χώρα, ιδιαίτερα όταν αυτός ο αριθμός είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των θανάτων
Η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου της ζωής οδηγεί στη γήρανση του πληθυσμού. Μια χώρα που γηράσκει είναι η ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεια που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat. Είναι ενδεικτικό ότι το 2012, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 5,5% της στιγμή ποηυ ο πληθυσμός της ΕΕ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,2%. Στην Ελλάδα, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 60,5 χιλιάδες το 2012 και την 1η Ιανουαρίου του 2013, έφτασε στους 11,161 εκατομμύρια κατοίκους. Το 2012 στη χώρα μας καταγράφηκαν 100.400 γεννήσεις και 116.700 θάνατοι, ενώ την ίδια χρονιά εγκατέλειψαν τη χώρα μας πάνω από 44.000 κάτοικοί της και όλοι τους στην πιο παραγωγική, οικονομικά,  τους ηλικία. Για να διατηρηθεί ο πληθυσμός σε μια χώρα, χρειάζεται ένα ποσοστό γονιμότητας, 2,1 ειδικά στην Ευρώπη. Το ποσοστό γονιμότητας στην Ελλάδα από το 2003 ως το 2008 ήταν περίπου 1,34. Εάν αυτός ο τύπος γονιμότητας συνεχιστεί για πολλά έτη, θα δούμε μια αιχμηρή πτώση στον πληθυσμό των ελλήνω. Το ποσοστό γονιμότητας για το Αφγανιστάν είναι πάνω από 7,1 ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους είναι 758 δολάρια. Το κατά κεφαλήν εισόδημα στη χώρα μας είναι 30.535 δολάρια. 
Και μετά από τα παραπάνω στοιχεία, έρχεται μια υπουργική απόφαση, που τιμωρεί τα στελέχη θηλυκού γένους που έχουν τεκνοποιήσει. Που έχουν δώσει ένα ή και περισσότερα παιδιά που θα στρατευτούν, θα εργαστούν και θα πληρώνουν φόρους και κατ' επέκταση τις συντάξεις όλων αυτών που θα κάθονται στα εξοχικά τους... Στερεί, από τις γυναίκες αξιωματικούς τη δυνατότητα εξέλιξης και ανέλιξης, στους ανώτατους βαθμούς γιατί ως αξιωματικοί καριέρας, πήραν άδειες κυήσεως! 
σημείωση...


σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα παιδικού καρκίνου. ας το θυμόμαστε, όχι μόνο τη χθεσινή μέρα του αγίου βαλεγδύνω...

1 Φεβ 2014

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΖΗΤΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ



Ποιό είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας μας;
Σας αφήνω δυο μέρες να μου γράψετε τις απαντήσεις σας. Και μετά θα σας απαντήσω.
Παρακαλώ πολύ, γράψτε μου ποιό, κατά τη γνώμη σας, είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας μας, θέλω πολύ να δω τις απόψεις σας. 

27 Ιαν 2014

ΧΟΜΟ ΧΑΠΑΤΟΥΣ



Εναλλακτικός τίτλος ο κάτωθι:
ΝΟΙΚΟΚΥΡΟΣΥΝΕΣ, μη χέσω…

Και έμεινα στο σπίτι μια μέρα και είπα να ανοίξω την τηλεόραση.
Και έπεσα πάνω στη μαγειρική του αντένα που υποτίθεται καλεί μια νοικοκυρά να μαγειρέψει για να μάθουν και οι νέες κοπέλες το σπορ.
Όπως ξέρετε, η λέξη μαγειρική μου γυρνάει το μάτι. Όμως όταν καθίσω να μαγειρέψω, παπάδες θα κάνω. Αλλά δε μου αρέσει.
Βλέπω λοιπόν, μια τύπισσα, την Μπαρμπαρήγου συγκεκριμένα που φτιάχνει μοσχαρίσια σπαλομπριζόλα χωρίς κόκαλο μα σάλτσα ψητού και πουρέ γλυκοπατάτας (έτσι έγραφε από κάτω).
Προσωπικά και μόνο που το άκουσα, μια ψιλοαναγούλα μου ήρθε.
Τι είδα όμως και μου προέκυψε η ανάρτηση;
Η εν λόγω μεγαλονοικοκυρά που διατηρεί και μαγαζί (που δε λέει και κάτι από τη μοναδική φορά που πήγα), είχε βάλει στην κατσαρόλα για να φτιάξει τον πουρέ, το κρεμμύδι χωρίς να το καθαρίσει, το καρότο το ίδιο και κάτι άλλα πράσινα που δεν τα είδα αλλά δεν έδειχναν καθαρά.

Και αναρωτιέμαι: 
αν αυτή που υποτίθεται είναι από τις καλύτερες και τη βγάζουν να δείχνει πως μαγειρεύει, πως είναι οι άλλοι που μαγειρεύουν και εμείς πληρώνουμε να φάμε το ότι μας φτιάχνουν;

Το ξέρετε ότι σε όλη την Ευρώπη, η μοναδική χώρα που έχει εχινόκοκκο κύστη είμαστε εμείς; Πως στην Αγγλία όταν έχουν περιστατικά τέτοια τα στέλνουν στην Ελλάδα; Στο ΓΝΑ, είχαμε χειρουργό που είχε γίνει διάσημος πανευρωπαϊκά γιατί χειρουργούσε εχινόκοκκο! Το τι άγγλο ασθενή είδαμε δε λέγεται. Και δεν ήταν και κανένας σαν τον Ρέιφ Φάινς!!!

Αν μας δείχνουν να μαγειρεύουμε χωρίς να καθαρίζουμε τα λαχανικά, τι σκατά θα φάμε; Το κρεμμύδι με τις φύτρες, το καρότο με το κοτσάνι; Άνθρωποι είμαστε όχι γουρούνια!

Και καλά, από αυτούς που ήταν εκεί, κανένας δεν της είπε κάτι;
Και αυτή η ξανθιά που είναι έγκυος, έτσι μαγειρεύει; Γιατί ήταν δίπλα και πάνω από την κατσαρόλα. Δεν είδε, δε σχολίασε;
Τώρα και να σχολίασε, δεν το άκουσα γιατί μιλούσα στο τηλέφωνο, αλλά η άποψή μου είναι πως μας περνούν για πάρα πολύ χάπατα για να μας δείχνουν τέτοιες μαγειρικές. Και ίσως να είμαστε χάπατα, γιατί κανείς ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε για το ότι μας σερβίρουν στην ελληνική τηλεόραση.
Τα καταπίνουμε όλα, αμάσητα.
Έχουμε ξεχάσει πως κλείνει η τηλεόραση. Και έχουμε κλείσει εντελώς τον εγκέφαλό μας, τη σκέψη μας, τη νόησή μας. Και από χόμο σάπιενς, έχουμε γίνει χόμο χάπατους. Με τις υγείες μας!
Για να αποφύγω τυχόν καρφιά, την τηλεόραση την έχω για καμιά καλή ταινία ή ένα σήριαλ που παρακολουθώ! Μονίμως είναι κλειστή και αν πληροφορηθώ πως έχει κάποια καλή ταινία την ανοίγω. Ή αν είναι να δω χορό στον πάγο, πριν μερικές μέρες είχε το γκαλά της Βουδαπέστης!

18 Ιαν 2014

ΤΟΥΡΛΟΥΜΠΟΥΚΙ....



Από πού να αρχίσω;
Από το ταξίδι αστραπή που έκανα στα πάτρια εδάφη προκειμένου να παρευρεθώ σε μια κηδεία;
Από την ίωση που μου έκοψε τα πόδια και σερνόμουν τρεις μέρες;
Από το καινούργιο φεκ που γράφτηκε στο πόδι και μας πήδηξε πατόκορφα;

Από όποιο και να αρχίσω, τα νεύρα μου τσατάλια θα γίνουν. Παρότι στην κηδεία πήγα χωρίς να το πολυθέλω, περισσότερο υποχρέωση σε φάση που δεν είχα διάθεση να κάνω κοινωνικές εμφανίσεις, πέρασα πολύ πολύ καλά.
Γέλασα, άλλαξα παραστάσεις, κουράστηκα βέβαια, αλλά πέρασα καλά.
Τι μου έμεινε;
-Ο διάλογος με το φίλο μου το Λευτεράκη. Λευτέρη τον λένε αλήθεια.
-Ρία, δεν πρέπει να λέγεσαι Γοργόνα. Από χίλια μέτρα υψόμετρο, τι όνομα είναι αυτό; Πρέπει να το αλλάξεις.
-Και πώς να το κάνω ρε Λευτέρη;
-Να το κάνεις Πέστροφα!
-Και πότε θα γιορτάζω; Των ιχθυοκαλλιεργειών;
Περιττό να σας πω ότι κατουρηθήκαμε από τα γέλια όσοι ήμασταν στο τραπέζι!

Επιστρέφω μετά από ταξίδι έξι ωρών. Δεν είμαι μαθημένη να οδηγώ με διακοπές. Αλλά καλά ήταν.
Και πέφτω να κοιμηθώ.

Και ξυπνώ με πονοκέφαλο, βήχα, καταρροή και πυρετούλη…
Να βήχω και να πονούν τα πλευρά μου, να φτύνω σαν τη χαλυβουργική, να τρέχει η μύτη μου και τα μάτια μου, να παίρνω τα αντιπυρετικά με τις χούφτες. Σε δυο μέρες ανένηψα. Μια θολούρα μου έμεινε, αλλά επειδή τα γεγονότα στη δουλειά με προσπερνούσαν, ήθελα δεν ήθελα δούλεψα και τα άοκνα παιδιά μου τα έκαναν όλα τέλεια. Έχω να το λέω. Οι συνεργάτες μου στο τμήμα, είναι τα καλύτερα παιδιά του νοσοκομείου. Εργατικά, φιλότιμα, πρόθυμα, ευγενικά… τα καλύτερα!

Και περνάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα του φεκ. Που γράφτηκε στο πόδι, που δεν ελήφθει από τα αρχηγεία για σχολιασμό. Που αυτός που έγραψε είναι για χοντρές μπάτσες. Που είναι φωτογραφικό για συγκεκριμένα άτομα. Που  παρότι θα κάνουμε συσκέψεις και εισηγήσεις, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι γιατί είναι πλέον νόμος. Και εδώ το έκρυψαν συστηματικά ενώ είχε γίνει ήδη φεκ, τώρα θα του κάνουν τροποποιήσεις; Όχι βέβαια. Αλλά δε θα πέσουμε και αμαχητί!

Αυτά. Πρέπει να διαβάσω και να σχολιάσω το φεκ με το δικηγόρο μου γιατί πρέπει να πάω και σε μια σύσκεψη για το θέμα αυτό!

ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η 600η ΑΝΑΡΤΗΣΗ. ΝΑ ΤΙΣ ΧΙΛΙΑΣΩ!

4 Ιαν 2014

ΔΕ ΜΕ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ...



Μα θέλω να αγιάσω και δε με αφήνουν.
Είπα να μην ξαναγράψω καμένο για να αφήσω και κάτι καινούργιο να διαβάσουν οι αναγνώστες του βιβλίου μου. Αλλά φευ, δε με αφήνει η καθημερινότητα! Και έτσι περνάμε αισίως στον καμένο 

νούμερο 12: ο γεροντοκόρος.

Πάω για ουζάκια με φιλική γυναικοπαρέα στην Καισαριανή. Την ώρα που πάμε να περάσουμε το δρόμο, μας κορνάρει ένα πολυμορφικό αυτοκίνητο. Κοιτώ τον οδηγό, καλός ήταν αλλά δεν τον ήξερα. Τον ήξερε όμως μια από τις κυρίες της παρέας μας. Σταματά, τον χαιρετά, του δίνει πλήρη αναφορά του που πάμε και έρχεται τρέχοντας κοντά μας. Εμείς έχουμε στρωθεί στο ουζερί, έχουμε πέσει με τα μούτρα στους καταλόγους για να δώσουμε παραγγελία.
Και εκεί που έχουν αρχίσει να έρχονται τα μεζεδάκια, σκάει μύτη και ο κύριος!
Θέλουμε δε θέλουμε, δε θέλαμε αλλά τι να κάναμε; Του λέμε να καθίσει μαζί μας. Κάθισε, περιορίσαμε και μεις το ρεπερτόριο μας, για να φανούμε ακόμα πιο κυρίες απ’ ότι είμαστε και όταν έρχεται ο λογαριασμός τον πληρώνει ο κύριος!
Ανέβηκε στα μάτια μου δεν μπορώ να πω. Από τις κυρίες, η μόνη ελεύθερη ήμουν εγώ. Επειδή κάθισε δίπλα μου, όταν έμαθε τη δουλειά μου, κλασσικά όπως όλοι, θυμήθηκε πως έχει κάτι καρδιολογικές ενοχλήσεις. Του είπα για τον αδερφό μου τον καρδιοχειρουργό, μου ζήτησε το τηλέφωνό του, του το έδωσα, ζήτησε και το δικό μου και το έδωσα επίσης. Εγώ πάντως, δε ζήτησα το δικό του.
Το ίδιο βράδυ μου στέλνει 
ένα ευχαριστήριο μήνυμα στο κινητό. Και τον ξεχνώ.
Την παραμονή πριν φύγω για εξωτικές καρδιτσίους νήσους που είχα την ομιλία, μου στέλνει ένα μήνυμα για καλή επιτυχία, λες και δε θα την είχα. Τον ευχαρίστησα μηνυματικώς και εγώ και τον ματαξαναξέχασα.
Πάω στην Καρδίτσα, κάνω τη διάλεξη, κάνω και τη δεύτερη και την ώρα που ανεβαίνω στο χωριό μου στέλνει μήνυμα πάλι το οποίο εγώ είδα τα μεσάνυχτα. Και του ξανααπαντώ. Τα ήθελε ο κώλος μου.
Την άλλη μέρα με καλημερίζει, μου στέλνει μηνύματα όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα. Εγώ απαντώ πολύ τυπικά. Δεν τον ξέρω τον τύπο. Αλλά το βρίσκω χαριτωμένο το φλερτ αυτό.
Η αλήθεια είναι πως ρίχναμε πολύ γέλιο με τη θεία μου όταν ερχόταν το κάθε μήνυμα. Και επειδή είχαμε πιει και τα κρασάκια μας, αρχίζω να απαντώ με πολύ χιούμορ. Αυτός συνεχίζει στο ίδιο στυλ, δείχνει να καταλαβαίνει όμως από χιούμορ και δεν ενοχλείται γιατί μερικά από αυτά που έστειλα ήταν λίγο προσβλητικά αν δεν τα βλέπεις με χιούμορ!
Επιστρέφω στην Αθήνα και έχει φαγωθεί, μηνυματικώς πάντα, να συναντηθούμε.
Κρατάει καμιά δεκαριά μέρες αυτό το φλερτ μποναμάς στην κινητή τηλεφωνία και λέω, δε συναντιώμαστε; Έλα όμως που ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Και αντί να πάμε κάπου αλλού, τον προσκαλώ σπίτι μου.
Έρχεται στην ώρα του. Κύριος. Μου φέρνει και μια γλάστρα, το βρήκα επίσης χαριτωμένο. Καθόμαστε μπροστά από το αναμμένο τζάκι, μου λέει με λίγα λόγια τη ζωή του και πόσο του έχει λείψει η ζεστασιά της σχέσης  και η θαλπωρή μιας γυναικείας αγκαλιάς και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα που εμένα μου γύριζε το μάτι με τέτοια κλαψομουνίαση και για να σταματήσω το Νίκο Ξανθόπουλο τον ρωτώ αν έχει φάει.
-Όχι, μου λέει.
-Ωραία ούτε εγώ, του λέω, βέβαια εγώ είχα φάει αλλά ήταν μια τέλεια αλλαγή θεματολογίας.
Παραγγέλνουμε, έρχεται το φαγητό, πάει να πληρώσει, δεν τον αφήνω, στο σπίτι μου κάτι τέτοιο είναι απαγορευμένο. Τρώμε και μπροστά στο τζάκι πίνουμε το κρασάκι μας.
Για να γλιτώσω πιθανή υποτροπή και μίρλα, τον ρωτώ για τη δουλειά του, τις επιχειρήσεις, τα παιδιά του. Και ευτυχώς είναι μέσα στο θέμα. Στις δώδεκα και μετά από δυο μπουκάλια κτήμα γεροσκατοβασιλείου, ούτε και ξέρω πως τον λένε τον μπάρμπα, χασμουριέμαι διακριτικά και ο τύπος πάει στο σπίτι του!
Και από την επομένη αρχίζει νέο μπαράζ μηνυμάτων και e mail. Στο γραπτό λόγο είναι άψογος. 
Στον προφορικό δια ζώσης είναι απλά σπασαρχίδης.
Και μετά από μερικές μέρες, εκεί που κάθομαι και κοιμάμαι αμέριμνη στον καναπέ του σαλονιού παρακολουθώντας ούτε και θυμάμαι τι, χτυπά το κουδούνι και πετάγομαι σα ζεματισμένη να ανοίξω. Κοιτώ, ο εν λόγω τύπος!
Έχω ήδη μιλήσει, οπότε δεν μπορώ να προσποιηθώ πως λείπω. Κατεβαίνω ανοίγω και ανεβαίνουμε σπίτι μου.
Με το που μπαίνει μέσα με ρωτά γιατί δεν έχω αναμμένο τζάκι. Γιατί δεν κάνει κρύο και κοιμόμουν του λέω.
-Άναψέ το.
Κάνω από μέσα μου μια δέηση στον ξένιο Δία, ανάβω το τζάκι και λερώνομαι με στάχτες.
-Συγνώμη, του λέω, πέντε λεπτά να κάνω ένα ντους και επιστρέφω.
Την ώρα που είμαι στο μπάνιο τον ακούω που κάτι κάνει αλλά δεν μπορώ να βγω γυμνή και με τα νερά. Όταν σκουπίστηκα και ντύθηκα, διαπιστώνω πως έχει μετακινήσει τους καναπέδες και προσπαθεί να μεταφέρει το τραπέζι της κουζίνας μπροστά από το τζάκι.
-Γιατί το κάνεις αυτό; Του λέω.
-Για να φάμε μπροστά από το τζάκι. Έχω παραγγείλει από το ίδιο που φάγαμε και την άλλη φορά.
Ξαναβάζω το τραπέζι στη θέση του, βάζω και τους καναπέδες στη θέση τους και του λέω πως αν θες να φάμε στο τζάκι μπροστά, πρέπει να καθίσει κάτω στις μαξιλάρες που έχω για αυτό το λόγο και θα φάμε στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αρχίζει μια γκρίνια αλλά συμμορφώνεται. Τρώμε, καθόμαστε στους καναπέδες και πάει και παίρνει την καρέκλα της τραπεζαρίας που είναι Βαράγκης και κάνει 450 ευρώ η μια, και βάζει τα πόδια του πάνω. Την παίρνω, την πάω στη θέση της και του φέρνω ένα σκαμνάκι. Και αρχίζει:
-Γιατί δεν κάνεις μια γενική καθαριότητα σπίτι σου και να ταχτοποιήσεις τα πράγματα για να ξέρεις που είναι το κάθε τι;
-Γιατί ρε φίλε; Είναι βρώμικο το σπίτι μου; Που την προηγουμένη η κολλητή μου με έλεγε υστερική που σκουπίζω σφουγγαρίζω και ξεσκονίζω κάθε μέρα. Που η γυναίκα έρχεται δυο φορές τη βδομάδα και το σπίτι λάμπει!
-Ε να, έχεις τις μαξιλάρες στο διάδρομο της γυμναστικής.
-Τα έχω εκεί γιατί αν είναι στο πάτωμα, με δυσκολεύουν στο σφουγγάρισμα.
-Γιατί δεν έστρωσες χαλιά;
-Γιατί έτσι μου αρέσει. Να περπατώ με τα τακούνια και να ακούω το τάκα τάκα!
-Γιατί δε στόλισες δέντρο
-Γιατί δεν το αισθάνομαι.
-Να πας σε ένα μαγαζί χρωματοπωλείο να σου δώσουν ένα χρωματολόγιο να διαλέξεις ένα χρώμα για το σαλόνι σου, γιατί το μπλε δεν είναι ωραίο.
-Μα δε θέλω να το βάψω το σαλόνι, τα χρώματα τα επέλεξε διακοσμητής και κακώς σου δίνω αναφορά αλλά το σαλόνι το πήρα τον Οκτώβριο και σπίτια δε βάφονται το χειμώνα.
-Μα δε μου αρέσει
-Αρέσει όμως σε εμένα!
-Δεν έχω δει άλλο σπίτι σε τέτοια χρώματα.
-Τώρα θα λες πως είδες και μπλε!
-Γιατί δε φτιάχνεις το παζλ;
-Το παζλ πρέπει να έχει καλό φωτισμό. Τώρα που νυχτώνει νωρίς και επιστρέφω στις πέντε σπίτι, δε βλέπω να το φτιάξω και θα το κανονίσω το καλοκαίρι που είναι πιο μεγάλη η μέρα.
Είχαν πιάσει οι δεήσεις στο Δία 
γιατί αντί να τον βουτήξω και να τον πετάξω από τον όγδοο, εγώ διασκέδαζα με τη χωριατιά του. Μόνο να μας πηδήξει δεν πήγε ο γεροντοκόρος. Το ένα δεν του κάνει, το άλλο του βρωμάει, το τρίτο του ξενίζει. Μη χέσω!
Αλλά το κλου ήταν όταν του είπα, πως άλλη φορά να με ειδοποιεί όταν θα θελήσει να με δει και να έρχεται φαγωμένος γιατί εγώ έχω εντολή από το διαιτολόγο μου να μην τρώω στερεά τροφή μετά τις πέντε το απόγευμα. Το τι έγινε ρε παιδιά δεν περιγράφεται.
Σηκώθηκε από τον καναπέ σα να τον είχα τρυπήσει με πυρωμένες βελόνες. Περπατούσε μέσα στο χώρο σα λιοντάρι στο κλουβί. Μα μου λες να έρχομαι φαγωμένος; Να έρχομαι φαγωμένος; Επαναλάμβανε συνέχεια αυτό το φαγωμένος. Αφού σου είπα να πληρώνω εγώ.
-Ρε τα λεφτά είναι το πρόβλημα; Ufo, το πρόβλημα είναι πως μπαίνω σε πειρασμό, δε θέλω να πηγαίνουν στράφι τα χρήματα του διαιτολόγου και στο κάτω κάτω της γραφής δεν είμαι υποχρεωμένη να σε ταΐζω κάθε φορά που μου ξεκαμπάς ακάλεστος!
Και το ωραίο!!!
Ανοίγει την πόρτα με κοιτά και μου λέει:
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο.
-Που πας ρε Καραμήτροοοοο; Του φωνάζω.
-Φεύγω, μου λέει.
-Κανονικά πρέπει να σ’ αφήσω να κατέβεις κάτω να βρεις κλειδωμένη την πόρτα να ρίξεις τα μούτρα σου να ξανανέβεις να μου ζητήσεις να σου ξεκλειδώσω, αλλά επειδή είμαι κυρία θα σε πάω κάτω με τη μία.
Του ξεκλειδώνω, φεύγει και μου πετά μια καληνύχτα με την πλάτη γυρισμένη. Εντελώς αυθόρμητα του ευχήθηκα: στα τσακίδια…
Αμ δε όμως. Εν μέσω τριημέρου, μου στέλνει μήνυμα να κάνω εμβόλια στις κόρες του.
Του εξηγώ πως είναι μέρες αργιών και οι γιατροί δεν είναι μέσα να γράψουν τα εμβόλια. Με ρωτά αν μπορούν να τα γράψουν μετά αλλά να τα βρει και να τα κάνω εγώ. Εντάξει, του λέω, αυτό μπορώ να το κάνω, λέω η ηλίθια. Ε, βρές τα και κάνε τα. Σε αργίες. Και να βρω εγώ τα εμβόλια των δικών του παιδιών. Δεν πάει καλά ο άνθρωπος. Του το είπα ακριβώς έτσι. Και πειράχτηκε. Αν είναι δυνατό…
Και μετά λένε τις γυναίκες γεροντοκόρες. Οι άντρες πως ακριβώς πρέπει να λέγονται; Όχι πες τε μου…


31 Δεκ 2013

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΧΡΟΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΛΙΓΟ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ



Για τον καινούργιο χρόνο που σε λίγες ώρες θα μας εγκατασταθεί, σας εύχομαι ολόψυχα:
ΥΓΕΙΑ για όλον τον κόσμο. Αν έχουμε την υγεία μας όλα μπορούμε να τα καταφέρουμε
ΧΑΡΑ για να ομορφαίνουν οι μέρες μας.
ΕΥΤΥΧΙΑ προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική.
ΕΙΡΗΝΗ σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και φυσικά στη χώρα μας που είναι σε τόσο νευραλγικό σημείο του πλανήτη.
ΟΜΟΝΟΙΑ στους συμπολίτες μας. Τώρα τελευταία πολύ ένταση και επιθετικότητα παρατηρείται. Όταν τα άκρα επαναστατούν οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες.
ΕΠΙΤΥΧΙΑ σε κάθε τομέα που ονειρεύεστε. Τα σχέδιά σας να έχουν ευτυχή κατάληξη.
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ από τα όσα πετύχατε και σχεδιάσατε, από τις προσπάθειες που καταβάλατε και τις επιδιώξεις σας
ΑΓΑΠΗ. Για να παίρνουμε κουράγιο και δύναμη στην καθημερινότητά μας. Για να έχουμε ένα λόγο να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας τα πρωινά. Για να μοιραζόμαστε ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, ένα τραγούδι, έναν πόνο…

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ

26 Δεκ 2013

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Με υγεία, αγάπη, χαρά, ευτυχία και κυρίως αισιοδοξία!


21 Δεκ 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

17 Δεκ 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ



Και δεν εννοώ την εκπομπή με τις θείτσες που μαγειρεύουν στα προαύλια των εκκλησιών και κάτω από τον πλάτανο.
Μιλάω για την Κυριακή που έμεινα στο χωριό στην τελευταία μου επίσκεψη.
Πάνα φοράς; Όχι; Τράβα να κατουρήσεις. Από τα γέλια θα λερώσεις το γραφείο σου.
Κατούρησες; Ε, είσαι έτοιμος για να γελάσεις.
Ξυπνώ που λες, έρμε μου αναγνώστα, στις έξι και μισή. Ω ναι, την πάτησα ξανά μανά… στις έξι και μισή το μάτι γαρίδα! Έξω σκοτάδι πίσσα. Μέσα ψοφόκρυο. Η τηλεόραση να έχει κάτι χαμένα που έδειχνε μισό αιώνα πριν.
Τη σιγαλιά της νύχτας διέκοπτε ένα μουρμουρητό. Νόμιζα πως δεν είχα κλείσει καλά τον ήχο της τηλεόρασης. Πιάνω το τηλεχειριστήριο το κτυπώ, το ματαχτυπώ mute έγραφε, αλλά το μουρμουρητό εκεί να επιμένει. Βάζω τη λουτρ ρόμπα μου που είναι και άνιμαλ πριντ να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μου και σηκώνομαι στα σκοτάδια να πάω προς νερού μου. Και ανοίγει η πόρτα του δωματίου μου και κόντεψα να πάθω συγκοπή.
Οι θειάδες, ναι και οι δυο μαζί, 
στην πόρτα να με κοιτούν που νόμιζαν ότι θα έκοβα τούφες αλλά εγώ ήμουν όρθια και κατατρομαγμένη. Αυτές έκαναν το μουρμουρητό. Σιγοψιθύριζαν για να μη με ξυπνήσουν όσο έκαναν δουλειές.
Ήρθαν να με ξυπνήσουν να ετοιμαστώ για την εκκλησία.
-Πάτε καλά ρε κορίτσια; Θα πάω εγώ στην εκκλησία από τον όρθρο;;;
-Μα πρέπει να έρθεις, εμείς πληρώσαμε τη μεταφορά της εικόνας από το μοναστήρι και εσύ θα λείπεις;
-Θα έρθω στη μεταφορά, άντε να ανάψω και ένα κεράκι δυο λεπτά πριν τελειώσει η εκκλησία.
-Όχι πρέπει να έρθεις τώρα. Σε είδαν όλοι ότι είσαι εδώ. Δεν μπορείς να λείπεις.
-Εγώ θα έρθω στις δέκα και είκοσι. Δέκα και μισή δε μου είπατε πως θα φύγει το λεωφορείο; Ε, τότε θα έρθω.
-Όχι να πάρεις το αυτοκίνητό σου γιατί μπορεί να γεμίσει το λεωφορείο και να μη χωράς, να πας με το δικό σου.
-Καλά, εμείς πληρώνουμε και δε θα μπούμε;
-Εσύ δε θα μπεις.
-Γιατί εμείς δε δώσαμε φράγκα;
-Δώσατε, για την ακρίβεια δώσατε τα περισσότερα αλλά εσύ θα πας μάλλον με το δικό σου.
Το θέατρο του παραλόγου. Αλλά το καλό το Γοργονάκι, ξέρει και άλλο μονοπάτι.
-Κορίτσια, να σας πάω με το αυτοκίνητο που έχετε και τα πράγματα και να έρθω εγώ μετά;;;
Κοιτάχτηκαν, το σκέφτηκαν, από μέσα τους βέβαια, πως συνεννοούνται δεν καταλαβαίνω και συμφωνούν.
Τις βουτάω με τα νυχτικά όπως ήμουν και τη ρόμπ ντε σαμπρ την άνιμαλ πριντ και τις παντόφλες με το τακουνάκι, αχτένιστη, άπλυτη, αμακιγιάριστη, γιατί σιγά που θα με έβλεπαν τέτοια ώρα και τις χώνω μέσα στη βροχή στο τουτού να τις πάω στην εκκλησία. Το τι κουβάλησαν ρε παιδιά, δεν περιγράφεται. Άρτους, αρτίδια, κεριά από φυσικό κερί μέλισσας, λουκούμια, χαρτοπετσέτες, σταφιδόψωμα, μόνο σόδα δεν είχαν να ανακουφιστούν οι γριές από τη βαρυστομαχιά, τραπεζομάντιλα, καρέ, και άκουσον άκουσον και τρεις ανθοδέσμες.
Έβρεχε, λες και δεν το καταλάβατε, μέχρι να τα βάλω όλα αυτά στο πορτμπαγκάζ, έγινα σούπα. Άντε να βολέψω και τις φώκιες, παρντόν, τις θείες. Και πάω.
Σκοτάδι, κρύο, βροχή, το 
τρίπτυχο του τρόμου. Όλος ο νορμάλ κόσμος είναι στα κρεβάτια του τέτοια ώρα. Όλος;;; όχι βέβαια στο Νεοχώρι… Γιατί η απομάκρυνση της εικόνας της Παναγίας από το χωριό μου και η επιστροφή της στο Μοναστήρι της Κορώνας, αποτελούσε κοινωνικό γεγονός που τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα του βουνού και του κάμπου.
Στη στροφή για την κατηφόρα, βλέπει η θεία την κολλητή της που με την ομπρέλα πήγαινε στην εκκλησία.
-Σταμάτα Ρία να την πάρουμε.
Και σταματώ. Το αυτοκίνητό μου είναι δίπορτο. Κατεβαίνω εγώ να μπει η θείτσα από το χωριό και γίνομαι θέαμα. Με τις παντόφλες, τις πυτζάμες και τη ρόμπα. Χλωμή με το εκρού του νεκρού στο μάγουλο, βρεμένη και να τρέμω.
Ξανά ξεκινώ. Φτάνοντας διακόσια μέτρα πριν την εκκλησία να σου η παπαδιά!
-Σταμάτα Ρία να την καλημερίσουμε.
Και σταματώ. Ανοίγω το παράθυρο του οδηγού, να με βρέχει η βροχή, να κρυώνω, να έχω το λουτρ βρεμένο και το αυτοκίνητο να μην έχει ανεβάσει θερμοκρασία να ανάψω καλοριφέρ. Μιλάνε οι κυράτσες κανένα πεντάλεπτο, λες και σε δυο λεπτά δε θα ήταν μαζί στην εκκλησία. Τα δόντια μου είχαν αρχίσει να χτυπάνε. Αυτό που δε διευκρίνισα ήταν αν χτυπούσαν από το κρύο ή από τα νεύρα μου.
Αισίως τις πάω στην εκκλησία, κατεβαίνω και ξεφορτώνω την προίκα τους και μπαίνω στο γερμανούλη για το σπίτι. Αλλά η έξυπνη η θεία λόγω συνήθειας, είχε πάρει το κλειδί μαζί της. Ξαναγυρνώ στην εκκλησία, μπαίνω μέσα με τις πυτζάμες, τη ρόμπα και το πασούμι, παίρνω το κλειδί, ευτυχώς μέσα ήταν οι θειάδες μου, η παπαδιά και η γειτόνισσα μόνο και επιστρέφω στη θαλπωρή του σπιτιού.
Η ώρα είναι ήδη επτά. Στάζω από τη βροχή, κρυώνω και είμαι σαν την τρελή από το αναμάλλιασμα του ανέμου.
Μπαίνω να κάνω ένα καυτό μπάνιο. Αλλά φευ! Στην ντουζιέρα μέσα αναπαύεται νωχελικά ένα σκαθάρι. Μαύρο, παχύ και γυαλιστερό. Εκεί να δείτε τρόμο!!!
Αλλά είχα σύμμαχο. Παίρνω το καλώδιο του ντουζ, το πάω στο νιπτήρα, ανοίγω το καυτό νερό και μόλις έρχεται εντελώς καυτό, το γυρνώ στο θηρίο και το εξάχνωσα.
Κάνω το μπανάκι μου, φτιάχνω 
το μαλλί, βάφομαι. Πίνω τον καφέ μου, σκέτο, δεν είχε θεία εκεί να τηγανίσει αυγουλάκια, να φέρει πιτούλες, να κόψει κεκάκι και στις δέκα και είκοσι πάω στην εκκλησία.
Απ έξω από την εκκλησία ντουνιάς! Όλοι να με ξέρουν να με χαιρετάνε και εγώ να μην ξέρω κανέναν. Ήταν και η παπαδιά. Με πλησιάζει και με ρωτά ποια είμαι. Το altzheimer χτυπάει και νέους! Της λέω, ανοίγει ένα στόμα κροκοδείλιο και φεύγει. Ρεζίλι πρέπει να με έκανε!
Και μπαίνουμε στο λεωφορείο. Τελικά χώρεσα και εγώ. Κατεβαίνουμε το βουνό, το ξανανεβαίνουμε από άλλη πλευρά και στο λεωφορείο μέσα:
-μας δώσανε να κρατήσουμε όλοι τα λείψανα κάποιων αγίων.
-μας έβαλαν και να τα φιλήσουμε
-μας πρόσφεραν άρτους, αρτίδια, λουκούμια, τσίπουρο.
-οι γριές από το φαΐ και τις στροφές να ξερνοβολάνε σα γατιά.
-να μυρίζει το λεωφορείο λιβάνι, βασιλικό, κολόνια Μυρτώ, ξινίλα από τους εμετούς, απλυσιά.
-να παίζει το cd ψαλμωδίες και από τις λακκούβες και τις στροφές να κολλάει και να ακούγεται σα λαϊκός βάρδος που του χάλασε το έκο.
-να κατουριέμαι.
Και αισίως φτάνουμε στο μοναστήρι. Και να χτυπούν οι καμπάνες. Και να βρέχει. Και να κατεβαίνουν οι γριές σα μεθυσμένα κοτόπουλα. Και να κατουριέμαι.
Πάμε την εικόνα στο ναό, σκοτάδι πίσσα, δεν άναψαν τα φώτα, με κάτι κεράκια σαν τρίχες για κατάνυξη τον είχαν τον παλιό ναό. Ψάχνω με το φακό μου να δω τη μοναδική τοιχογραφία της Παναγίας που κάθεται οκλαδόν και παίζει με το Χριστό, τη βρίσκω, δε με άφησε ένας καλόγερος να το φωτογραφίσω. Αλλά δεν πειράζει. Ωραίο παιδί ο καλόγερος. Ψηλός, γεροδεμένος, ψωμωμένος, ωραιότατο παιδί και έγινε καλόγερος. Κρίμα…
Και ευτυχώς ταχύτατα φύγαμε. Ξανακατεβαίνουμε το βουνό, ξανανεβαίνουμε από την άλλη πλευρά, οι γριές να έχουν πιάσει το κουτσομπολιό. Το cd να παίζει δημοτικά από πανηγύρι χωριού, οι στροφές στροφές και εγώ να κατουριέμαι.
Φτάνουμε στο χωριό, μας 
κατεβάζει ο οδηγός, λέει ο θείος:
-Δεν πάμε στο πεστροφείο να φάμε ψαράκι;
-Πρώτα να κατουρήσω μπάρμπα γιατί δεν το βλέπω καλά το τζιπ του λέω και με πάει καρφί στο σπίτι.
Και εκεί μάθαμε πως πέθανε ένας ξάδερφος της μάνας μου 90 χρονών στην Αθήνα. Κλάμα οι θείες. Τις τραβάω έναν εξάψαλμο. Παίρνει και η γυναίκα του, τη βάζουμε ανοιχτή ακρόαση και μου την έχει βαρέσει γιατί το παίζει τεθλιμμένη χήρα και κλαίει και λέει πως δεν τον περιποιήθηκε, νευριάζω και της λέω: αααα, θεία, αν εσείς έχετε τύψεις, προφανώς κάτι δεν κάνατε καλά. Εσείς ξέρετε αν του προσφέρατε αυτά που έπρεπε ή όχι. Για να λέτε ότι δεν τον προσέξατε δεν τον προσέξατε. Τώρα είναι αργά! Και ως δια μαγείας έπαψε να μυρλιάζει και να μας σπάει τα νεύρα. Και ο άγιος φοβέρα θέλει!
Με τούτα και με κείνα, η ώρα είχε πάει τρεις το απόγευμα. Δεν πήγαμε για ψάρια, τηλεφωνήσαμε και μας έφεραν ψάρια στο σπίτι. Τα τηγάνισε η θεία, φάγαμε, ήπιαμε και πήγα να ναρκώσω το βόα μου.
Το απόγευμα ήρθαν γνωστοί και φίλοι να μας πουν βοήθειά μας που είχαμε την εποπτεία της μεταφοράς της εικόνας, να μάθουν και για τον μπάρμπα που αποδήμησε εις Κύριον στο άνθος της ηλικίας του και με δουν και εμένα που ήμουν και το αξιοπερίεργο του χωριού για το σαββατοκύριακο.
Και νύχτωσε ο θεός τη μέρα και έπεσα για ύπνο. Δεν είδα θηρία, δεν είδα τέρατα και ξάπλωσα και ξεράθηκα…
Ως τις τέσσερις. Ρε γαμώτο, τέσσερις το πρωί σηκώθηκα. Ακόμα και οι θείες κοιμόντουσαν. Μάζεψα τα προικώα μου, έβαλα τα πράγματα στο αυτοκίνητο και περίμενα να πάει πέντε να ξυπνήσουν οι θείες, να με χαιρετίσουν να έρθω στην Αθήνα. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν το πιο ωραίο. Ήσυχο, αργό, ήρεμο. Έφτασα στο σπίτι στις εννέα το πρωί και … κοιμήθηκα ως τις πέντε το απόγευμα.

Αυτά. Φιλάκια.

Powered by Blogger.

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ
ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΙΝΕΨΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΑΚΩΝΕΙ

Αναγνώστες