Καθόταν στη βεράντα και χάζευε το ολόγιομο φεγγάρι.
Έπινε με μικρές γουλιές το κρασί της και κοίταζε το φωτεινό
δίσκο. Της φαινόταν λίγο μελαγχολικό.
Είχε ζέστη και στα γύρω μπαλκόνια οι γείτονες είχαν βγάλει
τηλεοράσεις, είχαν ανάψει κεριά, είχαν φέρει φίλους. Γελούσαν, μιλούσαν,
τσακώνονταν… ζούσαν.
Αυτή μόνη της. Ο υπολογιστής δίπλα της κλειστός. Το τηλέφωνο
χωρίς ήχο. Το κινητό απενεργοποιημένο.
Στο μυαλό της αντηχούσαν τα λόγια του. «Είσαι σίγουρα
έγκυος; Έχεις κάνει τέστ; Γιατί υποθετικά δε μιλώ…».
Όχι δεν ήταν σίγουρη δυο βραδιές πριν. Όχι δεν είχε κάνει
τεστ δυο βραδιές πριν. Και ναι αυτή μιλούσε υποθετικά.
Σήμερα όμως το πρωί είχε κάνει τεστ. Ήταν πλέον
σίγουρη. Και δε μιλούσε, πλέον,
υποθετικά.
Αλλά, πολύ απλά δεν ήξερε τι να κάνει.
Η ώρα περνούσε. Το ποτήρι της άδειασε. Μπήκε στην κουζίνα,
πήρε το μπουκάλι που είχε ανοίξει πριν και το έβγαλε στη βεράντα. Άνοιξε τον
υπολογιστή της. Το ξανάκλεισε.
Δεν έλεγξε τα τηλέφωνα. Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Μόνο
με τον εαυτό της.
Είχε φτάσει σε ένα σταυροδρόμι. Ήταν επίσημα και
ανεπιστρεπτί έγκυος. Ίσως πάνω από έξι εβδομάδων. Ήταν επιβεβαιωμένο από το τεστ
του φαρμακείου και τον καθηγητή που είχε ακούσει το σύντροφό της να παινεύει
στην κουμπάρα του για τις γνώσεις και τις ικανότητές του. Τον είχε επισκεφθεί
εκείνο το πρωί. Είχε κάνει τεστ αίματος, είχε κάνει υπέρηχο, είχε πάρει την
κάρτα του για να τον ειδοποιήσει όποια και αν ήταν η απόφασή της.
Της είχε μιλήσει σαν πατέρας, παρά την πολύ μικρή διαφορά
ηλικίας που είχαν. Της εξήγησε τους κινδύνους, τις χαρές, τις δυσκολίες, τα
έξοδα. Το μόνο που δεν την απασχολούσε ήταν τα έξοδα.
Και έφυγε από το δημόσιο νοσοκομείο. Την είχαν γνωρίσει. Της
είχαν φωνάξει να γυρίσει, αλλά έκανε πως δεν άκουσε. Δεν ήθελε να μιλήσει σε
κανέναν. Να εξηγήσει τι έκανε εκεί ενώ ο σύντροφός της δεν ήταν πλέον γιατρός στο
νοσοκομείο αυτό για αρκετά χρόνια. Έφυγε και γύρισε στο σπίτι της, αρκετά
χιλιόμετρα μακριά, με τα πόδια. Και ας έκαιγε ο ήλιος. Και ας ήταν αποπνικτική
η ατμόσφαιρα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Στο μυαλό της άκουγε τη φωνή του γιατρού
που της έλεγε «Συγχαρητήρια κυρία μου, είστε έγκυος!». Και έβλεπε την έκφραση
απορίας του, όταν την είδε, με την απάθεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
Έφτασε αργά το μεσημέρι στο σπίτι της. Ήθελε ένα τσιγάρο. Δεν
το άναψε. Ήταν έγκυος. Δεν ήξερε τι θα έκανε. Αν το κρατούσε, θα το πλήγωνε με
τη νικοτίνη. Δεν το άναψε. Αντίθετα, ήπιε νερό και έστυψε ένα χυμό. Έβαλε το
κλιματιστικό και ξάπλωσε.
Κοιμήθηκε. Πολλές ώρες. Τα όνειρά της είχαν γέλια και κλάματα
παιδικά. Είχαν μικρά παχουλά χεράκια που σε αγκάλιαζαν. Είχαν μικρές πατουσίτσες
που προσπαθούσαν να κάνουν βήματα. Είχαν αγκαλιές και ταχταρίσματα. Και ξύπνησε
όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει.
Έβγαλε τον υπολογιστή στη βεράντα με ένα γλυκό χαμόγελο,
έκλεισε τα τηλέφωνα, κάθισε λίγο στο ίντερνετ και μετά έκλεισε τον υπολογιστή.
Το φεγγάρι ανέτειλε λαμπερό και ολόκληρο από τον Υμηττό. Το κοιτούσε
με ένα χαμόγελο νικήτριας.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά τρελά.
Θα μπορούσε να πάρει ένα χάπι που της είχαν δώσει όταν πρωτάρχισε να κάνει
εκτακτοσυστολική αρρυθμία. Αλλά προτίμησε να πιει ένα ποτήρι κρασί. Να χαλαρώσει
και να μην επιβαρύνει τον οργανισμό της και το μωρό.
Ήταν αρκετά χρόνια μαζί με το σύντροφό της. Αλλά ποτέ αυτός δεν
έκανε νύξη για κάτι πιο σοβαρό πέρα από μια σχέση. Που ήταν προσωρινή. Τόσο προσωρινή
που είχε αντέξει πέντε χρόνια. Και αυτή δεν ήθελε γάμο. Είχε τόσα προβλήματα
οικογενειακά και οικονομικά ο σύντροφός της που ποτέ δε θα επισημοποιούσε κάτι
που θα την έβαζε σε τέτοιο λούκι. Αυτό όμως ο σύντροφός της δεν έπρεπε να το
μάθει.
Ήταν μεγάλη. Κόντευε τα σαράντα. Θα ήθελε ένα παιδί. Αλλά όχι
να το μεγαλώσει μόνη της. Θα ήθελε μια μέρα να έχει ένα μικρό ανθρωπάκι να
τρέχει καταπάνω της και να την αγκαλιάζει με όλη την αγάπη του κόσμου. Θα ήθελε ένα μικρό
χαριτωμένο παιδάκι που θα του χάριζε όλη της τη στοργή, την τρυφερότητα, τη φροντίδα
και την αγάπη που τόσο άπλετα μπορούσε να δώσει.
Τι θα συνέβαινε όμως, αν αποφάσιζε να κρατήσει αυτό το
παιδί;
Ο σύντροφός της, της είχε δηλώσει ξεκάθαρα, δυο βραδιές
πριν, πως δεν ήταν σε οικονομική και
συναισθηματική θέση να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Πράγμα που σήμαινε ότι αυτός θα
έφευγε και θα το μεγάλωνε μόνη της. Δεν ήταν καν σίγουρη πως θα αναγνώριζε το
παιδί ως δικό του ώστε να έχει όνομα πατρός.
Πράγμα που θα έκανε το παιδί αντικείμενο χλευασμού στο σχολείο, ήξερε
πόσο σκληρά είναι τα παιδιά. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να το αναθρέψει
μόνη της.
Να πληγώσει τη μητέρα
και όλη την οικογένειά της. Σκέφτηκε τον κοινωνικό περίγυρο και τα σχόλια που ίσως
για την ίδια την Όλγα να μην είχαν σημασία, αλλά είχαν για τη μητέρα της. Που ζούσε
στην περιοχή όλη της τη ζωή και που οι φίλες και οι γνωστοί της κάνανε παρέλαση
κάθε απόγευμα από το σπίτι της. Θα τη σκότωνε τη μητέρα της να έχει ένα νόθο. Και
δεν είχε άλλον από τη μητέρα της.
Το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη της. Το φεγγάρι είχε περάσει
πάνω από την πολυκατοικία της και δεν το έβλεπε. Οι άνθρωποι στα μπαλκόνια
νύσταξαν και ξάπλωσαν. Παντζούρια έκλειναν, συναγερμοί ενεργοποιούνταν, κεριά
έσβηναν, οι φωνές και οι ομιλίες έσβησαν. Μια ζεστή ησυχία απλώθηκε. Αλλά η Όλγα δεν το είχε καταλάβει έτσι όπως ήταν
βυθισμένη στις σκέψεις της.
Αν πάλι ο σύντροφός της, αποφάσιζε να παντρευτούν, τα
προβλήματα θα ήταν διαφορετικά. Ναι μεν
το παιδί θα ήταν με όνομα και
οικογένεια, δε θα πάθαινε εγκεφαλικό η μητέρα της από την αναπάντεχη
εγκυμοσύνη, όμως, ο σύντροφός της δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στην Όλγα τη
ζωή που είχε μάθει. Θα ένιωθε άσχημα που η γυναίκα του θα είχε διπλάσιο και
βάλε μισθό από τον ίδιο. Θα δούλευε πολύ περισσότερες ώρες, θα έλειπε από το σπίτι,
για να καλύψει την οικονομική διαφορά τους και έτσι θα ήταν απών από τη ζωή του
παιδιού. Άσε που μπορεί να έβλεπε την εγκυμοσύνη ως τέχνασμα δικό της για να
τον τυλίξει… Μπορεί να ένιωθε εγκλωβισμένος, μπορεί να ένιωθε δέσμιος και αυτό
θα είχε σαν αποτέλεσμα την αποξένωση και τέλος τη συνύπαρξη μεν, όχι όμως και
ουσιαστικό γάμο. Και η Όλγα, ημίμετρα ποτέ δεν ήθελε.
Η κίνηση στην παρακείμενη λεωφόρο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Κανένα
αυτοκίνητο δεν πέρασε από το δρόμο εδώ και πολύ ώρα, αλλά η Όλγα δεν είχε πάρει
είδηση. Τόσο απορροφημένη ήταν. Το κρασί στο μπουκάλι είχε φτάσει στη μέση. Καθόταν
στην ίδια θέση και κοίταζε την ακρόπολη με τα πόδια στο τραπέζι, πάνω από
τέσσερις ώρες.
Η δικιά της ευρύτερη οικογένεια, δε θα έβλεπε με καλό μάτι
το γάμο της. Θα θεωρούσαν το γιατρό ως οπορτουνιστή και προικοθήρα. Θα προσπαθούσαν
να της κάνουν πλύση εγκεφάλου να τον χωρίσει. Θα της θύμιζαν περιστατικά που γι
αυτή δεν είχαν σημασία, αλλά για τους άλλους είχαν.
Η δική του οικογένεια που από την αρχή δεν την είδε με καλό
μάτι, θα τον έπρηζαν λέγοντας πως η καπάτσα τον τύλιξε. Θα του έβαζαν λόγια για
την Όλγα. Τους είχε μάθει καλά τα τελευταία χρόνια, παρά τις ελάχιστες επαφές τους.
Βλέπεις, κάθε επίσκεψη του συντρόφου της στο πατρικό του, κατέληγε σε καυγά πότε με τον
πατέρα του (πιο συχνά), πότε με τη μητέρα του (σπάνια), πότε με τον αδερφό του,
πότε με τη γιαγιά του, πότε με τους θείους του… Και ο σύντροφός της, της εξιστορούσε
τα πάντα με την παραμικρή λεπτομέρεια. Τις ύβρεις, τις φωνές, τις χειροδικίες. Και
αυτή τον άκουγε και τον παρηγορούσε.
Θα μπορούσε να αντέξει η Όλγα για μια ζωή ένα εχθρικό
περιβάλλον τόσο για την ίδια όσο και για το παιδί της;
Όχι βέβαια. Ήταν η τελευταία ευκαιρία της για τεκνοποίηση. Ήταν
αρκετά νέα ακόμα για να μπορεί να το μεγαλώσει. Ήταν ώριμη και γεμάτη από
εμπειρίες. Δεν είχε ανεκπλήρωτα απωθημένα...
Αν δεν ήταν έγκυος όλα θα ήταν πιο εύκολα. Όσο άντεχε η
σχέση της θα διατηρούνταν. Μετά θα ήταν ελεύθερη να ζήσει όπως ήθελε.
Αν δεν ήταν έγκυος δε θα πλήγωνε κανένα και κυρίως τη μητέρα
της.
Αν δεν ήταν έγκυος θα μπορούσε να τερματίσει τη σχέση της μόλις
θα το αισθανόταν η ίδια.
Αν δεν ήταν έγκυος, δε θα είχε υποχρεωτικές συναναστροφές με
την απαράδεκτη οικογένεια του συντρόφου της, που θεωρούσαν ότι μόνο η πριγκίπισσα
του Μονακό έκανε για τον κανακάρη τους!
Αν η σχέση της με τον παρόντα σύντροφό της διαρκούσε, που
ήδη είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία φίλων και συγγενών, όταν θα τερματιζόταν,
ίσως η Όλγα να μην είχε πλέον τη δυνατότητα της τεκνοποίησης. Ακόμα και τώρα
που ήταν έγκυος, ίσως ήταν θαύμα. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε παρόμοια …επιπλοκή.
Ξημέρωνε. Όλη τη νύχτα η Όλγα ήταν στη βεράντα με ένα
μπουκάλι κρασί. Ο ουρανός χάραζε και δειλά δειλά κάποια φώτα άναβαν στα
διαμερίσματα. Αυτοκίνητα άρχιζαν να περνούν στη λεωφόρο. Είχε εκπληκτική δροσιά
που συνέφερε την Όλγα. Κοίταξε το ρολόι της.
Ήταν πέντε το πρωί.
Σηκώθηκε και πήρε την τσάντα της. Βρήκε την κάρτα του
καθηγητή της γυναικολογίας. Άνοιξε το κινητό της. Δώδεκα αναπάντητες κλήσεις. Δεν
τις έλεγξε καν. Πέρασε το κινητό του γιατρού στη μνήμη με το όνομα μιας φίλης της
που είχε πεθάνει.
Άνοιξε το σταθερό τηλέφωνο. Το λαμπάκι των αναπάντητων
κλήσεων αναβόσβηνε σαν τρελό. Έλεγξε τις κλήσεις. Ο σύντροφός της, της είχε
τηλεφωνήσει τέσσερις φορές. Η τελευταία πριν μισή ώρα.
Του τηλεφώνησε. Δεν κοιμόταν.
-
Που ήσουν; Ανησύχησα.
-
Μου ήρθε περίοδος, πονούσα και κοιμήθηκα όλη τη
μέρα
-
Ουφ, είχα ένα άγχος… Με τρέλανες με αυτά που μου
είπες προχθές. Είδες που δεν πρέπει να μιλάμε επί υποθετικού;
-
Θα πάω το πρωί στη δουλειά να υπογράψω κάτι
χαρτιά και θα φάω το μεσημέρι με την Ντίνα. Θα αργήσω. Εσύ τι ώρα θα
αποδεσμευτείς από την εφημερία;
-
Κανονικά στις τρεις θα φύγω, αλλά μου είπε ο Γιώργος
ότι θέλει βοήθεια σε ένα χειρουργείο στο Ιατρικό και θα πάω να τον βοηθήσω. Ότι
ώρα τελειώσω θα έρθω από κει.
-
Ωραία. Λέω να ξαπλώσω λίγο ακόμα και μετά να πάω
στην εταιρεία. Θα τα πούμε το βράδυ. Φιλιά.
-
Φιλιά.
Έπιασε το κινητό, έβαλε υπενθύμιση στις εννέα. Ξάπλωσε. Θα είχε
μια πολύ επώδυνη μέρα. Έπρεπε να πάει να πάρει μετρητά, να πάει στο νοσοκομείο,
να συνεννοηθεί με τον καθηγητή, να πάνε μαζί στο ιδιωτικό νοσοκομείο, να
τελειώνει, να συνέλθει, να γυρίσει σπίτι της…
Το μικρό, ροζ ή γαλάζιο της όνειρο, θα παρέμενε όνειρο.
Χωρίς μωρό. Χωρίς παιδικές αγκαλιές. Χωρίς άγχος. Χωρίς λόγια…
Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και μες την ησυχία της νύχτας,
πήρε την απόφασή της…
























