ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΟΥ!

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού

27 Ιαν 2014

ΧΟΜΟ ΧΑΠΑΤΟΥΣ



Εναλλακτικός τίτλος ο κάτωθι:
ΝΟΙΚΟΚΥΡΟΣΥΝΕΣ, μη χέσω…

Και έμεινα στο σπίτι μια μέρα και είπα να ανοίξω την τηλεόραση.
Και έπεσα πάνω στη μαγειρική του αντένα που υποτίθεται καλεί μια νοικοκυρά να μαγειρέψει για να μάθουν και οι νέες κοπέλες το σπορ.
Όπως ξέρετε, η λέξη μαγειρική μου γυρνάει το μάτι. Όμως όταν καθίσω να μαγειρέψω, παπάδες θα κάνω. Αλλά δε μου αρέσει.
Βλέπω λοιπόν, μια τύπισσα, την Μπαρμπαρήγου συγκεκριμένα που φτιάχνει μοσχαρίσια σπαλομπριζόλα χωρίς κόκαλο μα σάλτσα ψητού και πουρέ γλυκοπατάτας (έτσι έγραφε από κάτω).
Προσωπικά και μόνο που το άκουσα, μια ψιλοαναγούλα μου ήρθε.
Τι είδα όμως και μου προέκυψε η ανάρτηση;
Η εν λόγω μεγαλονοικοκυρά που διατηρεί και μαγαζί (που δε λέει και κάτι από τη μοναδική φορά που πήγα), είχε βάλει στην κατσαρόλα για να φτιάξει τον πουρέ, το κρεμμύδι χωρίς να το καθαρίσει, το καρότο το ίδιο και κάτι άλλα πράσινα που δεν τα είδα αλλά δεν έδειχναν καθαρά.

Και αναρωτιέμαι: 
αν αυτή που υποτίθεται είναι από τις καλύτερες και τη βγάζουν να δείχνει πως μαγειρεύει, πως είναι οι άλλοι που μαγειρεύουν και εμείς πληρώνουμε να φάμε το ότι μας φτιάχνουν;

Το ξέρετε ότι σε όλη την Ευρώπη, η μοναδική χώρα που έχει εχινόκοκκο κύστη είμαστε εμείς; Πως στην Αγγλία όταν έχουν περιστατικά τέτοια τα στέλνουν στην Ελλάδα; Στο ΓΝΑ, είχαμε χειρουργό που είχε γίνει διάσημος πανευρωπαϊκά γιατί χειρουργούσε εχινόκοκκο! Το τι άγγλο ασθενή είδαμε δε λέγεται. Και δεν ήταν και κανένας σαν τον Ρέιφ Φάινς!!!

Αν μας δείχνουν να μαγειρεύουμε χωρίς να καθαρίζουμε τα λαχανικά, τι σκατά θα φάμε; Το κρεμμύδι με τις φύτρες, το καρότο με το κοτσάνι; Άνθρωποι είμαστε όχι γουρούνια!

Και καλά, από αυτούς που ήταν εκεί, κανένας δεν της είπε κάτι;
Και αυτή η ξανθιά που είναι έγκυος, έτσι μαγειρεύει; Γιατί ήταν δίπλα και πάνω από την κατσαρόλα. Δεν είδε, δε σχολίασε;
Τώρα και να σχολίασε, δεν το άκουσα γιατί μιλούσα στο τηλέφωνο, αλλά η άποψή μου είναι πως μας περνούν για πάρα πολύ χάπατα για να μας δείχνουν τέτοιες μαγειρικές. Και ίσως να είμαστε χάπατα, γιατί κανείς ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε για το ότι μας σερβίρουν στην ελληνική τηλεόραση.
Τα καταπίνουμε όλα, αμάσητα.
Έχουμε ξεχάσει πως κλείνει η τηλεόραση. Και έχουμε κλείσει εντελώς τον εγκέφαλό μας, τη σκέψη μας, τη νόησή μας. Και από χόμο σάπιενς, έχουμε γίνει χόμο χάπατους. Με τις υγείες μας!
Για να αποφύγω τυχόν καρφιά, την τηλεόραση την έχω για καμιά καλή ταινία ή ένα σήριαλ που παρακολουθώ! Μονίμως είναι κλειστή και αν πληροφορηθώ πως έχει κάποια καλή ταινία την ανοίγω. Ή αν είναι να δω χορό στον πάγο, πριν μερικές μέρες είχε το γκαλά της Βουδαπέστης!

18 Ιαν 2014

ΤΟΥΡΛΟΥΜΠΟΥΚΙ....



Από πού να αρχίσω;
Από το ταξίδι αστραπή που έκανα στα πάτρια εδάφη προκειμένου να παρευρεθώ σε μια κηδεία;
Από την ίωση που μου έκοψε τα πόδια και σερνόμουν τρεις μέρες;
Από το καινούργιο φεκ που γράφτηκε στο πόδι και μας πήδηξε πατόκορφα;

Από όποιο και να αρχίσω, τα νεύρα μου τσατάλια θα γίνουν. Παρότι στην κηδεία πήγα χωρίς να το πολυθέλω, περισσότερο υποχρέωση σε φάση που δεν είχα διάθεση να κάνω κοινωνικές εμφανίσεις, πέρασα πολύ πολύ καλά.
Γέλασα, άλλαξα παραστάσεις, κουράστηκα βέβαια, αλλά πέρασα καλά.
Τι μου έμεινε;
-Ο διάλογος με το φίλο μου το Λευτεράκη. Λευτέρη τον λένε αλήθεια.
-Ρία, δεν πρέπει να λέγεσαι Γοργόνα. Από χίλια μέτρα υψόμετρο, τι όνομα είναι αυτό; Πρέπει να το αλλάξεις.
-Και πώς να το κάνω ρε Λευτέρη;
-Να το κάνεις Πέστροφα!
-Και πότε θα γιορτάζω; Των ιχθυοκαλλιεργειών;
Περιττό να σας πω ότι κατουρηθήκαμε από τα γέλια όσοι ήμασταν στο τραπέζι!

Επιστρέφω μετά από ταξίδι έξι ωρών. Δεν είμαι μαθημένη να οδηγώ με διακοπές. Αλλά καλά ήταν.
Και πέφτω να κοιμηθώ.

Και ξυπνώ με πονοκέφαλο, βήχα, καταρροή και πυρετούλη…
Να βήχω και να πονούν τα πλευρά μου, να φτύνω σαν τη χαλυβουργική, να τρέχει η μύτη μου και τα μάτια μου, να παίρνω τα αντιπυρετικά με τις χούφτες. Σε δυο μέρες ανένηψα. Μια θολούρα μου έμεινε, αλλά επειδή τα γεγονότα στη δουλειά με προσπερνούσαν, ήθελα δεν ήθελα δούλεψα και τα άοκνα παιδιά μου τα έκαναν όλα τέλεια. Έχω να το λέω. Οι συνεργάτες μου στο τμήμα, είναι τα καλύτερα παιδιά του νοσοκομείου. Εργατικά, φιλότιμα, πρόθυμα, ευγενικά… τα καλύτερα!

Και περνάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα του φεκ. Που γράφτηκε στο πόδι, που δεν ελήφθει από τα αρχηγεία για σχολιασμό. Που αυτός που έγραψε είναι για χοντρές μπάτσες. Που είναι φωτογραφικό για συγκεκριμένα άτομα. Που  παρότι θα κάνουμε συσκέψεις και εισηγήσεις, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι γιατί είναι πλέον νόμος. Και εδώ το έκρυψαν συστηματικά ενώ είχε γίνει ήδη φεκ, τώρα θα του κάνουν τροποποιήσεις; Όχι βέβαια. Αλλά δε θα πέσουμε και αμαχητί!

Αυτά. Πρέπει να διαβάσω και να σχολιάσω το φεκ με το δικηγόρο μου γιατί πρέπει να πάω και σε μια σύσκεψη για το θέμα αυτό!

ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η 600η ΑΝΑΡΤΗΣΗ. ΝΑ ΤΙΣ ΧΙΛΙΑΣΩ!

4 Ιαν 2014

ΔΕ ΜΕ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ...



Μα θέλω να αγιάσω και δε με αφήνουν.
Είπα να μην ξαναγράψω καμένο για να αφήσω και κάτι καινούργιο να διαβάσουν οι αναγνώστες του βιβλίου μου. Αλλά φευ, δε με αφήνει η καθημερινότητα! Και έτσι περνάμε αισίως στον καμένο 

νούμερο 12: ο γεροντοκόρος.

Πάω για ουζάκια με φιλική γυναικοπαρέα στην Καισαριανή. Την ώρα που πάμε να περάσουμε το δρόμο, μας κορνάρει ένα πολυμορφικό αυτοκίνητο. Κοιτώ τον οδηγό, καλός ήταν αλλά δεν τον ήξερα. Τον ήξερε όμως μια από τις κυρίες της παρέας μας. Σταματά, τον χαιρετά, του δίνει πλήρη αναφορά του που πάμε και έρχεται τρέχοντας κοντά μας. Εμείς έχουμε στρωθεί στο ουζερί, έχουμε πέσει με τα μούτρα στους καταλόγους για να δώσουμε παραγγελία.
Και εκεί που έχουν αρχίσει να έρχονται τα μεζεδάκια, σκάει μύτη και ο κύριος!
Θέλουμε δε θέλουμε, δε θέλαμε αλλά τι να κάναμε; Του λέμε να καθίσει μαζί μας. Κάθισε, περιορίσαμε και μεις το ρεπερτόριο μας, για να φανούμε ακόμα πιο κυρίες απ’ ότι είμαστε και όταν έρχεται ο λογαριασμός τον πληρώνει ο κύριος!
Ανέβηκε στα μάτια μου δεν μπορώ να πω. Από τις κυρίες, η μόνη ελεύθερη ήμουν εγώ. Επειδή κάθισε δίπλα μου, όταν έμαθε τη δουλειά μου, κλασσικά όπως όλοι, θυμήθηκε πως έχει κάτι καρδιολογικές ενοχλήσεις. Του είπα για τον αδερφό μου τον καρδιοχειρουργό, μου ζήτησε το τηλέφωνό του, του το έδωσα, ζήτησε και το δικό μου και το έδωσα επίσης. Εγώ πάντως, δε ζήτησα το δικό του.
Το ίδιο βράδυ μου στέλνει 
ένα ευχαριστήριο μήνυμα στο κινητό. Και τον ξεχνώ.
Την παραμονή πριν φύγω για εξωτικές καρδιτσίους νήσους που είχα την ομιλία, μου στέλνει ένα μήνυμα για καλή επιτυχία, λες και δε θα την είχα. Τον ευχαρίστησα μηνυματικώς και εγώ και τον ματαξαναξέχασα.
Πάω στην Καρδίτσα, κάνω τη διάλεξη, κάνω και τη δεύτερη και την ώρα που ανεβαίνω στο χωριό μου στέλνει μήνυμα πάλι το οποίο εγώ είδα τα μεσάνυχτα. Και του ξανααπαντώ. Τα ήθελε ο κώλος μου.
Την άλλη μέρα με καλημερίζει, μου στέλνει μηνύματα όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα. Εγώ απαντώ πολύ τυπικά. Δεν τον ξέρω τον τύπο. Αλλά το βρίσκω χαριτωμένο το φλερτ αυτό.
Η αλήθεια είναι πως ρίχναμε πολύ γέλιο με τη θεία μου όταν ερχόταν το κάθε μήνυμα. Και επειδή είχαμε πιει και τα κρασάκια μας, αρχίζω να απαντώ με πολύ χιούμορ. Αυτός συνεχίζει στο ίδιο στυλ, δείχνει να καταλαβαίνει όμως από χιούμορ και δεν ενοχλείται γιατί μερικά από αυτά που έστειλα ήταν λίγο προσβλητικά αν δεν τα βλέπεις με χιούμορ!
Επιστρέφω στην Αθήνα και έχει φαγωθεί, μηνυματικώς πάντα, να συναντηθούμε.
Κρατάει καμιά δεκαριά μέρες αυτό το φλερτ μποναμάς στην κινητή τηλεφωνία και λέω, δε συναντιώμαστε; Έλα όμως που ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Και αντί να πάμε κάπου αλλού, τον προσκαλώ σπίτι μου.
Έρχεται στην ώρα του. Κύριος. Μου φέρνει και μια γλάστρα, το βρήκα επίσης χαριτωμένο. Καθόμαστε μπροστά από το αναμμένο τζάκι, μου λέει με λίγα λόγια τη ζωή του και πόσο του έχει λείψει η ζεστασιά της σχέσης  και η θαλπωρή μιας γυναικείας αγκαλιάς και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα που εμένα μου γύριζε το μάτι με τέτοια κλαψομουνίαση και για να σταματήσω το Νίκο Ξανθόπουλο τον ρωτώ αν έχει φάει.
-Όχι, μου λέει.
-Ωραία ούτε εγώ, του λέω, βέβαια εγώ είχα φάει αλλά ήταν μια τέλεια αλλαγή θεματολογίας.
Παραγγέλνουμε, έρχεται το φαγητό, πάει να πληρώσει, δεν τον αφήνω, στο σπίτι μου κάτι τέτοιο είναι απαγορευμένο. Τρώμε και μπροστά στο τζάκι πίνουμε το κρασάκι μας.
Για να γλιτώσω πιθανή υποτροπή και μίρλα, τον ρωτώ για τη δουλειά του, τις επιχειρήσεις, τα παιδιά του. Και ευτυχώς είναι μέσα στο θέμα. Στις δώδεκα και μετά από δυο μπουκάλια κτήμα γεροσκατοβασιλείου, ούτε και ξέρω πως τον λένε τον μπάρμπα, χασμουριέμαι διακριτικά και ο τύπος πάει στο σπίτι του!
Και από την επομένη αρχίζει νέο μπαράζ μηνυμάτων και e mail. Στο γραπτό λόγο είναι άψογος. 
Στον προφορικό δια ζώσης είναι απλά σπασαρχίδης.
Και μετά από μερικές μέρες, εκεί που κάθομαι και κοιμάμαι αμέριμνη στον καναπέ του σαλονιού παρακολουθώντας ούτε και θυμάμαι τι, χτυπά το κουδούνι και πετάγομαι σα ζεματισμένη να ανοίξω. Κοιτώ, ο εν λόγω τύπος!
Έχω ήδη μιλήσει, οπότε δεν μπορώ να προσποιηθώ πως λείπω. Κατεβαίνω ανοίγω και ανεβαίνουμε σπίτι μου.
Με το που μπαίνει μέσα με ρωτά γιατί δεν έχω αναμμένο τζάκι. Γιατί δεν κάνει κρύο και κοιμόμουν του λέω.
-Άναψέ το.
Κάνω από μέσα μου μια δέηση στον ξένιο Δία, ανάβω το τζάκι και λερώνομαι με στάχτες.
-Συγνώμη, του λέω, πέντε λεπτά να κάνω ένα ντους και επιστρέφω.
Την ώρα που είμαι στο μπάνιο τον ακούω που κάτι κάνει αλλά δεν μπορώ να βγω γυμνή και με τα νερά. Όταν σκουπίστηκα και ντύθηκα, διαπιστώνω πως έχει μετακινήσει τους καναπέδες και προσπαθεί να μεταφέρει το τραπέζι της κουζίνας μπροστά από το τζάκι.
-Γιατί το κάνεις αυτό; Του λέω.
-Για να φάμε μπροστά από το τζάκι. Έχω παραγγείλει από το ίδιο που φάγαμε και την άλλη φορά.
Ξαναβάζω το τραπέζι στη θέση του, βάζω και τους καναπέδες στη θέση τους και του λέω πως αν θες να φάμε στο τζάκι μπροστά, πρέπει να καθίσει κάτω στις μαξιλάρες που έχω για αυτό το λόγο και θα φάμε στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αρχίζει μια γκρίνια αλλά συμμορφώνεται. Τρώμε, καθόμαστε στους καναπέδες και πάει και παίρνει την καρέκλα της τραπεζαρίας που είναι Βαράγκης και κάνει 450 ευρώ η μια, και βάζει τα πόδια του πάνω. Την παίρνω, την πάω στη θέση της και του φέρνω ένα σκαμνάκι. Και αρχίζει:
-Γιατί δεν κάνεις μια γενική καθαριότητα σπίτι σου και να ταχτοποιήσεις τα πράγματα για να ξέρεις που είναι το κάθε τι;
-Γιατί ρε φίλε; Είναι βρώμικο το σπίτι μου; Που την προηγουμένη η κολλητή μου με έλεγε υστερική που σκουπίζω σφουγγαρίζω και ξεσκονίζω κάθε μέρα. Που η γυναίκα έρχεται δυο φορές τη βδομάδα και το σπίτι λάμπει!
-Ε να, έχεις τις μαξιλάρες στο διάδρομο της γυμναστικής.
-Τα έχω εκεί γιατί αν είναι στο πάτωμα, με δυσκολεύουν στο σφουγγάρισμα.
-Γιατί δεν έστρωσες χαλιά;
-Γιατί έτσι μου αρέσει. Να περπατώ με τα τακούνια και να ακούω το τάκα τάκα!
-Γιατί δε στόλισες δέντρο
-Γιατί δεν το αισθάνομαι.
-Να πας σε ένα μαγαζί χρωματοπωλείο να σου δώσουν ένα χρωματολόγιο να διαλέξεις ένα χρώμα για το σαλόνι σου, γιατί το μπλε δεν είναι ωραίο.
-Μα δε θέλω να το βάψω το σαλόνι, τα χρώματα τα επέλεξε διακοσμητής και κακώς σου δίνω αναφορά αλλά το σαλόνι το πήρα τον Οκτώβριο και σπίτια δε βάφονται το χειμώνα.
-Μα δε μου αρέσει
-Αρέσει όμως σε εμένα!
-Δεν έχω δει άλλο σπίτι σε τέτοια χρώματα.
-Τώρα θα λες πως είδες και μπλε!
-Γιατί δε φτιάχνεις το παζλ;
-Το παζλ πρέπει να έχει καλό φωτισμό. Τώρα που νυχτώνει νωρίς και επιστρέφω στις πέντε σπίτι, δε βλέπω να το φτιάξω και θα το κανονίσω το καλοκαίρι που είναι πιο μεγάλη η μέρα.
Είχαν πιάσει οι δεήσεις στο Δία 
γιατί αντί να τον βουτήξω και να τον πετάξω από τον όγδοο, εγώ διασκέδαζα με τη χωριατιά του. Μόνο να μας πηδήξει δεν πήγε ο γεροντοκόρος. Το ένα δεν του κάνει, το άλλο του βρωμάει, το τρίτο του ξενίζει. Μη χέσω!
Αλλά το κλου ήταν όταν του είπα, πως άλλη φορά να με ειδοποιεί όταν θα θελήσει να με δει και να έρχεται φαγωμένος γιατί εγώ έχω εντολή από το διαιτολόγο μου να μην τρώω στερεά τροφή μετά τις πέντε το απόγευμα. Το τι έγινε ρε παιδιά δεν περιγράφεται.
Σηκώθηκε από τον καναπέ σα να τον είχα τρυπήσει με πυρωμένες βελόνες. Περπατούσε μέσα στο χώρο σα λιοντάρι στο κλουβί. Μα μου λες να έρχομαι φαγωμένος; Να έρχομαι φαγωμένος; Επαναλάμβανε συνέχεια αυτό το φαγωμένος. Αφού σου είπα να πληρώνω εγώ.
-Ρε τα λεφτά είναι το πρόβλημα; Ufo, το πρόβλημα είναι πως μπαίνω σε πειρασμό, δε θέλω να πηγαίνουν στράφι τα χρήματα του διαιτολόγου και στο κάτω κάτω της γραφής δεν είμαι υποχρεωμένη να σε ταΐζω κάθε φορά που μου ξεκαμπάς ακάλεστος!
Και το ωραίο!!!
Ανοίγει την πόρτα με κοιτά και μου λέει:
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο.
-Που πας ρε Καραμήτροοοοο; Του φωνάζω.
-Φεύγω, μου λέει.
-Κανονικά πρέπει να σ’ αφήσω να κατέβεις κάτω να βρεις κλειδωμένη την πόρτα να ρίξεις τα μούτρα σου να ξανανέβεις να μου ζητήσεις να σου ξεκλειδώσω, αλλά επειδή είμαι κυρία θα σε πάω κάτω με τη μία.
Του ξεκλειδώνω, φεύγει και μου πετά μια καληνύχτα με την πλάτη γυρισμένη. Εντελώς αυθόρμητα του ευχήθηκα: στα τσακίδια…
Αμ δε όμως. Εν μέσω τριημέρου, μου στέλνει μήνυμα να κάνω εμβόλια στις κόρες του.
Του εξηγώ πως είναι μέρες αργιών και οι γιατροί δεν είναι μέσα να γράψουν τα εμβόλια. Με ρωτά αν μπορούν να τα γράψουν μετά αλλά να τα βρει και να τα κάνω εγώ. Εντάξει, του λέω, αυτό μπορώ να το κάνω, λέω η ηλίθια. Ε, βρές τα και κάνε τα. Σε αργίες. Και να βρω εγώ τα εμβόλια των δικών του παιδιών. Δεν πάει καλά ο άνθρωπος. Του το είπα ακριβώς έτσι. Και πειράχτηκε. Αν είναι δυνατό…
Και μετά λένε τις γυναίκες γεροντοκόρες. Οι άντρες πως ακριβώς πρέπει να λέγονται; Όχι πες τε μου…


31 Δεκ 2013

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΧΡΟΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΛΙΓΟ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ



Για τον καινούργιο χρόνο που σε λίγες ώρες θα μας εγκατασταθεί, σας εύχομαι ολόψυχα:
ΥΓΕΙΑ για όλον τον κόσμο. Αν έχουμε την υγεία μας όλα μπορούμε να τα καταφέρουμε
ΧΑΡΑ για να ομορφαίνουν οι μέρες μας.
ΕΥΤΥΧΙΑ προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική.
ΕΙΡΗΝΗ σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και φυσικά στη χώρα μας που είναι σε τόσο νευραλγικό σημείο του πλανήτη.
ΟΜΟΝΟΙΑ στους συμπολίτες μας. Τώρα τελευταία πολύ ένταση και επιθετικότητα παρατηρείται. Όταν τα άκρα επαναστατούν οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες.
ΕΠΙΤΥΧΙΑ σε κάθε τομέα που ονειρεύεστε. Τα σχέδιά σας να έχουν ευτυχή κατάληξη.
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ από τα όσα πετύχατε και σχεδιάσατε, από τις προσπάθειες που καταβάλατε και τις επιδιώξεις σας
ΑΓΑΠΗ. Για να παίρνουμε κουράγιο και δύναμη στην καθημερινότητά μας. Για να έχουμε ένα λόγο να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας τα πρωινά. Για να μοιραζόμαστε ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, ένα τραγούδι, έναν πόνο…

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ

26 Δεκ 2013

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Με υγεία, αγάπη, χαρά, ευτυχία και κυρίως αισιοδοξία!


21 Δεκ 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

17 Δεκ 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ



Και δεν εννοώ την εκπομπή με τις θείτσες που μαγειρεύουν στα προαύλια των εκκλησιών και κάτω από τον πλάτανο.
Μιλάω για την Κυριακή που έμεινα στο χωριό στην τελευταία μου επίσκεψη.
Πάνα φοράς; Όχι; Τράβα να κατουρήσεις. Από τα γέλια θα λερώσεις το γραφείο σου.
Κατούρησες; Ε, είσαι έτοιμος για να γελάσεις.
Ξυπνώ που λες, έρμε μου αναγνώστα, στις έξι και μισή. Ω ναι, την πάτησα ξανά μανά… στις έξι και μισή το μάτι γαρίδα! Έξω σκοτάδι πίσσα. Μέσα ψοφόκρυο. Η τηλεόραση να έχει κάτι χαμένα που έδειχνε μισό αιώνα πριν.
Τη σιγαλιά της νύχτας διέκοπτε ένα μουρμουρητό. Νόμιζα πως δεν είχα κλείσει καλά τον ήχο της τηλεόρασης. Πιάνω το τηλεχειριστήριο το κτυπώ, το ματαχτυπώ mute έγραφε, αλλά το μουρμουρητό εκεί να επιμένει. Βάζω τη λουτρ ρόμπα μου που είναι και άνιμαλ πριντ να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μου και σηκώνομαι στα σκοτάδια να πάω προς νερού μου. Και ανοίγει η πόρτα του δωματίου μου και κόντεψα να πάθω συγκοπή.
Οι θειάδες, ναι και οι δυο μαζί, 
στην πόρτα να με κοιτούν που νόμιζαν ότι θα έκοβα τούφες αλλά εγώ ήμουν όρθια και κατατρομαγμένη. Αυτές έκαναν το μουρμουρητό. Σιγοψιθύριζαν για να μη με ξυπνήσουν όσο έκαναν δουλειές.
Ήρθαν να με ξυπνήσουν να ετοιμαστώ για την εκκλησία.
-Πάτε καλά ρε κορίτσια; Θα πάω εγώ στην εκκλησία από τον όρθρο;;;
-Μα πρέπει να έρθεις, εμείς πληρώσαμε τη μεταφορά της εικόνας από το μοναστήρι και εσύ θα λείπεις;
-Θα έρθω στη μεταφορά, άντε να ανάψω και ένα κεράκι δυο λεπτά πριν τελειώσει η εκκλησία.
-Όχι πρέπει να έρθεις τώρα. Σε είδαν όλοι ότι είσαι εδώ. Δεν μπορείς να λείπεις.
-Εγώ θα έρθω στις δέκα και είκοσι. Δέκα και μισή δε μου είπατε πως θα φύγει το λεωφορείο; Ε, τότε θα έρθω.
-Όχι να πάρεις το αυτοκίνητό σου γιατί μπορεί να γεμίσει το λεωφορείο και να μη χωράς, να πας με το δικό σου.
-Καλά, εμείς πληρώνουμε και δε θα μπούμε;
-Εσύ δε θα μπεις.
-Γιατί εμείς δε δώσαμε φράγκα;
-Δώσατε, για την ακρίβεια δώσατε τα περισσότερα αλλά εσύ θα πας μάλλον με το δικό σου.
Το θέατρο του παραλόγου. Αλλά το καλό το Γοργονάκι, ξέρει και άλλο μονοπάτι.
-Κορίτσια, να σας πάω με το αυτοκίνητο που έχετε και τα πράγματα και να έρθω εγώ μετά;;;
Κοιτάχτηκαν, το σκέφτηκαν, από μέσα τους βέβαια, πως συνεννοούνται δεν καταλαβαίνω και συμφωνούν.
Τις βουτάω με τα νυχτικά όπως ήμουν και τη ρόμπ ντε σαμπρ την άνιμαλ πριντ και τις παντόφλες με το τακουνάκι, αχτένιστη, άπλυτη, αμακιγιάριστη, γιατί σιγά που θα με έβλεπαν τέτοια ώρα και τις χώνω μέσα στη βροχή στο τουτού να τις πάω στην εκκλησία. Το τι κουβάλησαν ρε παιδιά, δεν περιγράφεται. Άρτους, αρτίδια, κεριά από φυσικό κερί μέλισσας, λουκούμια, χαρτοπετσέτες, σταφιδόψωμα, μόνο σόδα δεν είχαν να ανακουφιστούν οι γριές από τη βαρυστομαχιά, τραπεζομάντιλα, καρέ, και άκουσον άκουσον και τρεις ανθοδέσμες.
Έβρεχε, λες και δεν το καταλάβατε, μέχρι να τα βάλω όλα αυτά στο πορτμπαγκάζ, έγινα σούπα. Άντε να βολέψω και τις φώκιες, παρντόν, τις θείες. Και πάω.
Σκοτάδι, κρύο, βροχή, το 
τρίπτυχο του τρόμου. Όλος ο νορμάλ κόσμος είναι στα κρεβάτια του τέτοια ώρα. Όλος;;; όχι βέβαια στο Νεοχώρι… Γιατί η απομάκρυνση της εικόνας της Παναγίας από το χωριό μου και η επιστροφή της στο Μοναστήρι της Κορώνας, αποτελούσε κοινωνικό γεγονός που τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα του βουνού και του κάμπου.
Στη στροφή για την κατηφόρα, βλέπει η θεία την κολλητή της που με την ομπρέλα πήγαινε στην εκκλησία.
-Σταμάτα Ρία να την πάρουμε.
Και σταματώ. Το αυτοκίνητό μου είναι δίπορτο. Κατεβαίνω εγώ να μπει η θείτσα από το χωριό και γίνομαι θέαμα. Με τις παντόφλες, τις πυτζάμες και τη ρόμπα. Χλωμή με το εκρού του νεκρού στο μάγουλο, βρεμένη και να τρέμω.
Ξανά ξεκινώ. Φτάνοντας διακόσια μέτρα πριν την εκκλησία να σου η παπαδιά!
-Σταμάτα Ρία να την καλημερίσουμε.
Και σταματώ. Ανοίγω το παράθυρο του οδηγού, να με βρέχει η βροχή, να κρυώνω, να έχω το λουτρ βρεμένο και το αυτοκίνητο να μην έχει ανεβάσει θερμοκρασία να ανάψω καλοριφέρ. Μιλάνε οι κυράτσες κανένα πεντάλεπτο, λες και σε δυο λεπτά δε θα ήταν μαζί στην εκκλησία. Τα δόντια μου είχαν αρχίσει να χτυπάνε. Αυτό που δε διευκρίνισα ήταν αν χτυπούσαν από το κρύο ή από τα νεύρα μου.
Αισίως τις πάω στην εκκλησία, κατεβαίνω και ξεφορτώνω την προίκα τους και μπαίνω στο γερμανούλη για το σπίτι. Αλλά η έξυπνη η θεία λόγω συνήθειας, είχε πάρει το κλειδί μαζί της. Ξαναγυρνώ στην εκκλησία, μπαίνω μέσα με τις πυτζάμες, τη ρόμπα και το πασούμι, παίρνω το κλειδί, ευτυχώς μέσα ήταν οι θειάδες μου, η παπαδιά και η γειτόνισσα μόνο και επιστρέφω στη θαλπωρή του σπιτιού.
Η ώρα είναι ήδη επτά. Στάζω από τη βροχή, κρυώνω και είμαι σαν την τρελή από το αναμάλλιασμα του ανέμου.
Μπαίνω να κάνω ένα καυτό μπάνιο. Αλλά φευ! Στην ντουζιέρα μέσα αναπαύεται νωχελικά ένα σκαθάρι. Μαύρο, παχύ και γυαλιστερό. Εκεί να δείτε τρόμο!!!
Αλλά είχα σύμμαχο. Παίρνω το καλώδιο του ντουζ, το πάω στο νιπτήρα, ανοίγω το καυτό νερό και μόλις έρχεται εντελώς καυτό, το γυρνώ στο θηρίο και το εξάχνωσα.
Κάνω το μπανάκι μου, φτιάχνω 
το μαλλί, βάφομαι. Πίνω τον καφέ μου, σκέτο, δεν είχε θεία εκεί να τηγανίσει αυγουλάκια, να φέρει πιτούλες, να κόψει κεκάκι και στις δέκα και είκοσι πάω στην εκκλησία.
Απ έξω από την εκκλησία ντουνιάς! Όλοι να με ξέρουν να με χαιρετάνε και εγώ να μην ξέρω κανέναν. Ήταν και η παπαδιά. Με πλησιάζει και με ρωτά ποια είμαι. Το altzheimer χτυπάει και νέους! Της λέω, ανοίγει ένα στόμα κροκοδείλιο και φεύγει. Ρεζίλι πρέπει να με έκανε!
Και μπαίνουμε στο λεωφορείο. Τελικά χώρεσα και εγώ. Κατεβαίνουμε το βουνό, το ξανανεβαίνουμε από άλλη πλευρά και στο λεωφορείο μέσα:
-μας δώσανε να κρατήσουμε όλοι τα λείψανα κάποιων αγίων.
-μας έβαλαν και να τα φιλήσουμε
-μας πρόσφεραν άρτους, αρτίδια, λουκούμια, τσίπουρο.
-οι γριές από το φαΐ και τις στροφές να ξερνοβολάνε σα γατιά.
-να μυρίζει το λεωφορείο λιβάνι, βασιλικό, κολόνια Μυρτώ, ξινίλα από τους εμετούς, απλυσιά.
-να παίζει το cd ψαλμωδίες και από τις λακκούβες και τις στροφές να κολλάει και να ακούγεται σα λαϊκός βάρδος που του χάλασε το έκο.
-να κατουριέμαι.
Και αισίως φτάνουμε στο μοναστήρι. Και να χτυπούν οι καμπάνες. Και να βρέχει. Και να κατεβαίνουν οι γριές σα μεθυσμένα κοτόπουλα. Και να κατουριέμαι.
Πάμε την εικόνα στο ναό, σκοτάδι πίσσα, δεν άναψαν τα φώτα, με κάτι κεράκια σαν τρίχες για κατάνυξη τον είχαν τον παλιό ναό. Ψάχνω με το φακό μου να δω τη μοναδική τοιχογραφία της Παναγίας που κάθεται οκλαδόν και παίζει με το Χριστό, τη βρίσκω, δε με άφησε ένας καλόγερος να το φωτογραφίσω. Αλλά δεν πειράζει. Ωραίο παιδί ο καλόγερος. Ψηλός, γεροδεμένος, ψωμωμένος, ωραιότατο παιδί και έγινε καλόγερος. Κρίμα…
Και ευτυχώς ταχύτατα φύγαμε. Ξανακατεβαίνουμε το βουνό, ξανανεβαίνουμε από την άλλη πλευρά, οι γριές να έχουν πιάσει το κουτσομπολιό. Το cd να παίζει δημοτικά από πανηγύρι χωριού, οι στροφές στροφές και εγώ να κατουριέμαι.
Φτάνουμε στο χωριό, μας 
κατεβάζει ο οδηγός, λέει ο θείος:
-Δεν πάμε στο πεστροφείο να φάμε ψαράκι;
-Πρώτα να κατουρήσω μπάρμπα γιατί δεν το βλέπω καλά το τζιπ του λέω και με πάει καρφί στο σπίτι.
Και εκεί μάθαμε πως πέθανε ένας ξάδερφος της μάνας μου 90 χρονών στην Αθήνα. Κλάμα οι θείες. Τις τραβάω έναν εξάψαλμο. Παίρνει και η γυναίκα του, τη βάζουμε ανοιχτή ακρόαση και μου την έχει βαρέσει γιατί το παίζει τεθλιμμένη χήρα και κλαίει και λέει πως δεν τον περιποιήθηκε, νευριάζω και της λέω: αααα, θεία, αν εσείς έχετε τύψεις, προφανώς κάτι δεν κάνατε καλά. Εσείς ξέρετε αν του προσφέρατε αυτά που έπρεπε ή όχι. Για να λέτε ότι δεν τον προσέξατε δεν τον προσέξατε. Τώρα είναι αργά! Και ως δια μαγείας έπαψε να μυρλιάζει και να μας σπάει τα νεύρα. Και ο άγιος φοβέρα θέλει!
Με τούτα και με κείνα, η ώρα είχε πάει τρεις το απόγευμα. Δεν πήγαμε για ψάρια, τηλεφωνήσαμε και μας έφεραν ψάρια στο σπίτι. Τα τηγάνισε η θεία, φάγαμε, ήπιαμε και πήγα να ναρκώσω το βόα μου.
Το απόγευμα ήρθαν γνωστοί και φίλοι να μας πουν βοήθειά μας που είχαμε την εποπτεία της μεταφοράς της εικόνας, να μάθουν και για τον μπάρμπα που αποδήμησε εις Κύριον στο άνθος της ηλικίας του και με δουν και εμένα που ήμουν και το αξιοπερίεργο του χωριού για το σαββατοκύριακο.
Και νύχτωσε ο θεός τη μέρα και έπεσα για ύπνο. Δεν είδα θηρία, δεν είδα τέρατα και ξάπλωσα και ξεράθηκα…
Ως τις τέσσερις. Ρε γαμώτο, τέσσερις το πρωί σηκώθηκα. Ακόμα και οι θείες κοιμόντουσαν. Μάζεψα τα προικώα μου, έβαλα τα πράγματα στο αυτοκίνητο και περίμενα να πάει πέντε να ξυπνήσουν οι θείες, να με χαιρετίσουν να έρθω στην Αθήνα. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν το πιο ωραίο. Ήσυχο, αργό, ήρεμο. Έφτασα στο σπίτι στις εννέα το πρωί και … κοιμήθηκα ως τις πέντε το απόγευμα.

Αυτά. Φιλάκια.

14 Δεκ 2013

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ




Το περασμένο Σάββατο το βράδυ, πέθανε η μητέρα της καλύτερής μου φίλης.
Έφυγε ήρεμα σαν πουλάκι. Υπέφερε χρόνια και ήταν ζωντανή από τις προσπάθειες της φίλης μου και την περιποίηση μιας γεωργιανής.
Παρόλο που η φίλη μου ήξερε πως η μαμά της είχε κουραστεί να πονά, να μην κοιμάται, να είναι χώρια από το σύζυγό της που δεν της είχαν πει πως είχε πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια, δεν μπορούσε να αποδεχτεί την κατάσταση. Την ώρα που σταμάτησε να βγάζει ούρα, της έβαλε ένα abbocath και της είπε, μανούλα ξέρω πως θέλεις να φύγεις, αλλά και εγώ πρέπει να κάνω αυτό που ξέρω και πρέπει να κάνω. Δε θα σε αφήσω να φύγεις αμαχητί…
Αλλά ήταν ένας άνισος αγώνας και η κυρία Λέλα, έφυγε.
Όλο το Σάββατο τη νύχτα την περάσαμε στο τηλέφωνο να την παρηγορώ. Ο άντρας της και τα παιδιά της κοιμόνταν. Με το ζόρι την έπεισα να κοιμηθεί στις έξι και μισή το πρωί. Στις οκτώμισι, μου έστειλε μήνυμα όταν ξυπνήσω να της τηλεφωνήσω. Και έτσι πήγε και η Κυριακή ολόκληρη.
Τη Δευτέρα ήταν η κηδεία. 
Το πρωί ήμουν στη δουλειά. Στις δέκα με παίρνει στο τηλέφωνο και βάζει τα κλάματα. Το πρώτο σοκ  δεν της επέτρεψε να κλάψει. Και όταν έφθασε η ώρα για να ντυθεί για την κηδεία, λύγισε. Και την άφησα να κλαίει όσο ντυνόμουν και εγώ στο γραφείο μου. Μόλις έφτασε η ώρα να πάρει το αυτοκίνητο για το νεκροταφείο, της είπα πως μπορώ να την κάνω να σταματήσει το κλάμα.
Δεν μπορείς φιλενάδα, μου είπε.
Ναι μπορώ, επέμενα.
Πες μου, με παρακάλεσε.
Σκοτώθηκε το μικρό το παιδί του Κ.Τ., αύριο το πρωί είναι η κηδεία. Ήταν 17 ετών. Πέρασε με το μηχανάκι του ένα κόκκινο φανάρι και ένα αυτοκίνητο τον παρέσυρε.
Και έπαψε να κλαίει.

Ο Κ. Τ. ήταν πολύ πολύ καλός μου φίλος. Είχε τέσσερα παιδιά. Γι αυτά τα παιδιά ζούσε. Ειδικά το Λευτεράκη, τον είχε πολύ μεγάλη αδυναμία. Ήταν το στερνοπούλι του. Και έφυγε.
Του τηλεφώνησα να τον συλλυπηθώ. Τι να πεις σε έναν άνθρωπο που χάνει το παιδί του ξαφνικά; Που σου λέει με σπαραγμό, Ρια μου, στράγγιξα από ζωή… ότι είχα να δώσω το έδωσα. Δεν έχω τίποτα πια…
Τι να πεις σε έναν άνθρωπο που σου λέει ότι δεν ήταν κηδεία, γάμος ήταν, πλήρωσα δυο γάμους αλλά σαν το γάμο που έκανα σήμερα δε χάρηκα κανέναν άλλο…
Τι να πεις σε έναν πατέρα που για τα παιδιά του ανέπνεε και τώρα του στέρησαν τον αέρα;
Το πρώτο βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ καθόλου.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Λευτεράκη…


9 Δεκ 2013

ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ, ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ



Και ξημερώνει ο θεός το Σάββατο και η μαύρη η Ρία σηκώθηκε στις έξι το πρωί. Χωρίς ξυπνητήρι, χωρίς κινητό, χωρίς τηλεφωνήματα από τη δουλειά. Στις έξι.
Λες και θα άρμεγα τα πρόβατα…
Εννοείται πως πάλι έφαγα τον άμπακο. Αυγά από κότες αλανιάρες, πίτες φρεσκοψημένες. Κέικ της ώρας και καφέ ζεστό ζεστό και να το φτιάχνουν και άλλοι. Μπέηκα πέρασα όσον αφορά την περιποίηση.
Αλλά ο καιρός μας τα είχε χεσμένα. Για την ακρίβεια κατουρημένα. Από το βράδυ της Παρασκευής ο ουρανός κατουρούσε. Ούτε προστάτη να είχε.
Το βράδυ έβρεχε τόσο που νόμιζα πως θα βγάλω βρύα και λειχήνες…
Η ώρα με τη βροχή δεν περνούσε. Και έπρεπε να πάω και στην Καρδίτσα να πάρω τα αρτίδια μετά τις δέκα το πρωί.
Στις εννέα ξεκίνησα 
σιγά σιγά για την πόλη να ξανακατέβω το βουνό. Με τη βροχή όμως, που έπεφτε καταρρακτωδώς, δεν έβλεπα πάνω από δέκα μέτρα και οδηγούσα πολύ προσεκτικά. Στις δέκα ήμουν έξω από κομμωτήριο. Δεν ξέρω πως έφτασα εκεί, ως συνήθως είχα χαθεί, αλλά αφού ήμουν εκεί, κορνάρισα στην κομμώτρια. Και ως εκ θαύματος, ξεπαρκάρει κάποιος ακριβώς μπροστά από την πόρτα του κομμωτηρίου…
Δεν ήταν αυτό σημάδι; Ήταν. Και παρκάρω στη θέση του και πάω κομμωτήριο. Με έλουσε, με χτένισε η κοπέλα, με ξαναέκανε μια θεά και έφυγα. Πήρα τα αρτίδια και ξανάρχισα να ανεβαίνω το βουνό.
Και ξανά τρελή βροχή. Και πάω στο χωριό.
Η θεία είχε μαγειρεμένα. Φάγαμε, ήπιαμε και το μπρούσκο μας και ένιωσα μια γλυκιά υπνηλία. Πάω να μπω στο δωμάτιό μου και να ένα τέρας τόοοοοοοοσο
μέσα στο δωμάτιό μου. Βάζω τις φωνές. Έρχεται η θεία. Σκοτώνει το τέρας. Σαρανταποδαρούσα ήταν τεραστίων διαστάσεων. Μπορεί και δύο εκατοστά να ήταν!
Ξαπλώνω. Κοιμάμαι. Αρχίζουν τα τηλέφωνα από τη δουλειά. Τα τηλέφωνα από Καρδίτσα για νέες ομιλίες. Από τους Σοφάδες για βόλτα το βράδυ. Και κοιμήθηκα λίγο και με διακοπές.
Ξυπνώ για τα καλά. Πάω να σηκωθώ, αλλά φαίνεται πως είχε πέσει σύρμα στις σαρανταποδαρούσες πως είμαι νοστιμούλα και ήταν άλλη μια στον τοίχο μου. Φωνάζω πάλι αλλά κανείς δεν ανταποκρίθηκε. Με την ψυχή στο στόμα, βάζω παντόφλες και πάω στο σαλόνι. Η θεία άφαντη. Την παίρνω στο κινητό, το κινητό στο τζάκι επάνω. Και έξω να ρίχνει καρέκλες!
Κλείνω την πόρτα του 
δωματίου μου και περιμένω στο σαλόνι με το ένα πόδι έτοιμο να την κοπανήσω για έξω αν εμφανιστεί άλλο τέρας.
Σε καμιά ώρα έρχεται και η θεία. Είχε πάει να μαζέψει χόρτα. Με τη βροχή. Με το κρύο. Με τον αέρα. Μυαλό δεν έχει αυτή η γυναίκα. Της τα χώνω που δεν προσέχει τον εαυτό της. Της τα χώνω που με άφησε και κινδυνεύω να με φάνε εμένα την ντελικάτη οι σαρανταποδαρούσες ως μεζέ!
Σκοτώνει και αυτό το τέρας. Καθαρίζει τα χόρτα, μαγειρεύει, καθόμαστε στο τραπέζι και το κινητό να βαράει συνέχεια. Και μεταξύ λουκάνικου, μπρούσκου και κινητού, ρίχνω το μπρούσκο στο τραπεζομάντιλο. Και πάει η ψυχή μου στην κούλουρη. Γιατί όταν πέθανε η γιαγιά μου, όταν πέθανε ο θείος μου, όταν πέθανε  η ξαδέρφη μου, είχα ρίξει στο τραπεζομάντιλο κόκκινο κρασί. Κατατρόμαξα…
Τριάντα τηλέφωνα έκανα στο γιο μου μέχρι να γυρίσει σπίτι. Με σιχάθηκε το παιδί. Το ότι δε με έβρισε οφείλεται στο ότι έχει πάρει αρχές. Αλλιώς, ένα γαμοσταυρίδι θα το έτρωγα, δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω.
Στις τρεις τη νύχτα που το παιδί γύρισε σπίτι, εδέησα να ξαπλώσω. Ξύπνησα τη θεία να ελέγξει το δωμάτιο και έπεσα για ύπνο.
Αλλά… τι ώρα ξύπνησα; Εεεε; Τι ώρα; Έξι και μισή. Ναι σηκώθηκα έξι και μισή!!! Είδα το ρολόι και γύρισα πλευρά. Αλλά φευ… δε νύσταζα. Και σηκώθηκα.
Η Κυριακή σε άλλη ανάρτηση…
Από το Blogger.

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ
ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΙΝΕΨΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΑΚΩΝΕΙ

Αναγνώστες