Όταν κάποιος μπαίνει σε ένα νοσοκομείο, προφανώς είναι άρρωστος. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής φοβάται. Και έχει και άγχος. Για τις εξετάσεις, τι θα δείξουν. Ανησυχεί για το αν θα γίνει καλά, ή θα του διαγνώσουν κανένα καρκίνο. Ανησυχεί γιατί δεν ξέρει τι έχει. Φοβάται για τη ζωή του. Μέχρι να του εξηγήσουν οι γιατροί πως ακόμα και μια χρόνια ασθένεια μπορεί να σε κάνει να μην αλλάξεις σημαντικά τη ζωή σου, ο άλλος τα έχει εντελώς χαμένα. Μπορεί να χρωστάει και να μην είναι σε θέση να εργαστεί για να βγάλει χρήματα όσο είναι στο νοσοκομείο. Μπορεί να θέλει να πάει στην τράπεζα να πληρώσει τη δόση του δανείου και να μην έχει ποιον να στείλει. Μπορεί να έχει μικρά παιδιά και δεν έχει κάποιον να τα προσέχει. Μπορεί να έχει άρρωστο παιδί, μάνα, πατέρα, σύζυγο και δεν έχει τη δυνατότητα να μείνει στο νοσοκομείο για παραπάνω από δυο τρεις μέρες. Γι αυτούς και χίλιους δυο άλλους λόγους, για μένα, οι ασθενείς έχουν το ακαταλόγιστο. Ας πουν ότι θέλουν, ας είναι απότομοι, ας μας μιλούν υποτιμητικά. Ας μη μας ακούν για το επισκεπτήριο. Ας μας χτυπούν το κουδούνι για να τους κλείσουμε τα φώτα ενώ μπορούν να σηκωθούν και να αυτοεξυπηρετηθούν. Ας κάνουν παράπονα που δεν ισχύουν.
Το μόνο που δε δέχομαι από τους ασθενείς είναι το βρίσιμο.
Και εξηγούμαι. Έρχεται ασθενής της ογκολογικής κλινικής που έχει κάνει λοβεκτομή πνεύμονα για καρκίνο, έχει κάνει τις χημειοθεραπείες του, έχουν περάσει τρεις μήνες και μπήκε για τον προγραμματισμένο έλεγχο. Πριν σας πω τι έκανε και τι είπε, να σας ενημερώσω, ότι σε όλα τα δωμάτια του νοσοκομείου, υπάρχει επιτοίχια παροχή οξυγόνου που συνδέεται με κεντρικό πυκνωτή πολύ μεγάλων δυνατοτήτων. Το σύστημα είναι όλο το ίδιο στο νοσοκομείο. Δεν έχει ενδιάμεσα συστήματα διακοπής, γιατί αέριο είναι, αν το κόψεις, πως θα πάει στα δωμάτια και μάλιστα όταν σε κάθε τμήμα, τουλάχιστον οι μισοί ασθενείς παίρνουν οξυγόνο;;;
Η παροχή έχει ένα ροόμετρο που στην ουσία είναι μια βίδα με ένα δείκτη που σου λέει με πόσα λίτρα παρέχεται το οξυγόνο ανάλογα με τη θέση της βίδας.
Ο τύπος που προανέφερα, έχει βγάλει ένα γκαζάκι, μάλιστα, αυτό με τη μικρή φιάλη υγραερίου, το έχει βάλει πάνω στο κομοδίνο, έχει τοποθετήσει το μπρίκι του και βάζει καφέ και ζάχαρη όταν εγώ μπήκα στο δωμάτιο να δω πως πάνε τα αρρωστάκια μου. Του λέω, κύριε, δεν επιτρέπεται να φέρνετε τρόφιμα και ποτά στο νοσοκομείο. Αλλά τέλος πάντων ένα καφεδάκι φτιάξτε το, αλλά δίπλα στο παράθυρο και με ανοιχτό το παράθυρο γιατί εδώ μέσα υπάρχει παροχή οξυγόνου.
Με κοιτά, γυρνά, παίρνει τον αναπτήρα, και στο θεό σας ρε παιδιά, τον ανάβει και βάζει φωτιά στο γκαζάκι, το οποίο συνέχιζε να βρίσκεται πάνω στο τραπεζάκι δέκα πόντους κάτω από την παροχή οξυγόνου!
Τα είδα όλα από το φόβο μου. Αρπάζω το καμινέτο, το σβήνω και το βάζω δίπλα στο παράθυρο.
-Καλά χριστιανέ μου, θα μας ανατινάξεις όλους στον αέρα με αυτό που κάνεις. Κούγκι θα το κάνεις το νοσοκομείο. Του λέω φωνάζοντας. Του εξηγώ ότι η βίδα δεν είναι και 100% σίγουρο ότι σφραγίζει την παροχή και μπορεί να υπάρχει μικρή διαρροή που να είναι μοιραία με φλόγες στο δωμάτιο.
Και τι μου λέει;;; όχι, ρε παιδιά, τι μου λέει;;;
Άντε γαμήσου μωρή υστέρω!
Δεν του απαντώ. Παραμένω στο δωμάτιο και παίρνω από το ασύρματό μου τον διευθυντή της ογκολογικής και του λέω. Ο …… φεύγει από την κλινική μου ΧΘΕΣ. Μου είπε άντε γαμήσου μωρή υστέρω γιατί του έσβησα το καμινέτο που άναψε κάτω από το οξυγόνο. Και το κλείνω. Σε ένα λεπτό κατεβαίνει ο γιατρός, και τον ξεχέζει κανονικά. Εν τω μεταξύ έχω στείλει τρία άτομα, και μαζεύουν τα πράγματά του και τα βάζουν πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα, μη μας πει ότι τον βάλαμε να κουβαλήσει και τη βαλίτσα του καρκινοπαθής άνθρωπος. Και τον βγάζω έξω από την κλινική μου με το γιατρό του μαζί και του λέω του ογκολόγου, πως δεν τον θέλω αυτόν τον ασθενή στον όροφό μου ξανά. Δε θα διακινδυνέψει καμιά μας τη ζωή της, τη σωματική της ακεραιότητα, το προσωπικό και τους ασθενείς της, για έναν ηλίθιο…
Όποιος βρίσει προσωπικό στον όροφό μου, έφυγε χωρίς να το καταλάβει. Δε με νοιάζει που θα πάει.
Πρέπει να υπάρχει και λίγος σεβασμός. Το ότι ρε παππού είσαι 84 ετών δε σου δίνει το δικαίωμα εμάς που ξενυχτάμε στο πλάι σου, που σε φροντίζουμε και σε ξεσκατώνουμε, σε μπανιάρουμε, σε ταΐζουμε, να μας βρίζεις γιατί μας περνάς 50 χρόνια.
Το γεγονός ότι όλες έχουμε βγάλει μια σχολή τουλάχιστον, και φροντίζουμε ώστε να ξαναγίνεις υγιής, θα έπρεπε τουλάχιστον να σε κάνει να προσέχεις τη γλώσσα σου. Αν δεν είμαστε εμείς, θα σάπιζες στο κρεβάτι και τη βρώμα σου… Δε θέλουμε ευχαριστώ. Δε θέλουμε δώρα. Θέλουμε μόνο να μη μας βρίζεις.
Μοναδική εξαίρεση που ο όροφος θύμιζε το Καραϊσκάκη στο ημίχρονο με γαύρους και βάζελους να τσακώνονται ήταν όταν είχα τη μαμά της φίλης του γιου μου που είχε καρκίνο στο κεφάλι και έβριζε από το πρωί ως το βράδυ ως καραγωγέας, αλλά αυτή δεν το ήθελε, ο όγκος της το προκαλούσε. Της είχε αλλάξει τη συμπεριφορά. Εγώ που την ήξερα από πριν, σταυροκοπιόμουν πενήντα φορές τη μέρα. Δεν πίστευα τι μπορούσε να κάνει ο όγκος παρότι το είχα διαβάσει και το γνώριζα πολύ καλά…
Ας μη μελαγχολούμε. Αυτά για σήμερα. Φιλούδια.






























