ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΟΥ!

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού

26 Απρ 2012

ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΑ...

Μπράβο στην Κατερίνα Μουτσάτσου και το υπέροχο βίντεο που ανέρτησε στο youtube. Σας το παραθέτω. Δε σας κρύβω, ότι ανατρίχιασα με την ένταση που βαθμιαία την έκανε να αναφωνήσει στο τέλος ότι είμαι ελληνίδα. Και με τον ελληνικό ύμνο που είχε ως μουσική υπόκρουση στο βίντεο.



Ευχαριστούμε Κατερίνα!

16 Απρ 2012

ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ


Χριστός ανέστη, χρόνια πολλά, φιλιά και όλα τα σχετικά.
Μέρες που είναι, είπα να είμαι ευγενική.

Και η ευγένεια τελειώνει εδώ.

Θα σας πω τον πόνο μου!.

Επειδή ήμουν υπηρεσία όλες τις μέρες που ήταν αργίες, δηλαδή Μ. Παρασκευή, Μ. Σάββατο, Κυριακή του Πάσχα και Δευτέρα του Πάσχα, έπρεπε να είμαι με τη στολή την μπλε την καλή.
Και επειδή η στολή που είχα ήταν από σμηναγός, πήγα και έραψα καινούργια.

Και εδώ αρχίζει το βάσανό μου.
Πάω σε ένα ειδικό ραφείο που ράβει μόνο στολές. Ρωτώ πόσο θα στοιχίσει, μου λέει θα τα βρούμε.
Άντε λέω, ας δώσω τόπο στην οργή.
Μου παίρνει μέτρα, δίνω ραντεβού για την πρώτη πρόβα. Πάω μετά από τρεις μέρες για την πρόβα.

Τα νεύρα μου τα χάπια μου και ένα ταξί  να φύγω…

Η φούστα είχε διαφορετικό μήκος δεξιά από αριστερά.
Το σακάκι είχε μια καμπούρα στο σβέρκο.
Τα πέτα ήταν κάτω  από τον κόμπο της γραβάτας.
Το δεξιό φύλο του σακακιού πιο μακρύ από το αριστερό.
Τα κουμπιά ήταν τα αριστερά στη μέση ακριβώς και τα δεξιά κάτω από το δεξί στήθος. 
Τα πέτα σαν του Τζων Τίκη! Τεράστια.

Βάζω κάτι φωνές, γεμίζω καρφίτσες, και πάω για τη δεύτερη πρόβα. Του λέω δε, αν η στολή δεν είναι όπως τη θέλω, δε θα την πάρω και δε θα την πληρώσω! Εξηγήθηκα…

Η φούστα κοντή. Το λέω. Τα κουμπιά τα σημειώνουμε να μπουν σωστά.

Ρωτώ για να αγοράσω και ένα πουκάμισο. Μου λέει θα το κάνουμε παραγγελία. Δε βαριέται, σκέφτομαι, ας είναι. Να είναι στο λαιμό κανονικό και άνετο στο στήθος, γιατί έχουμε και πλούσια τα ελέη μας!

Τη Μεγάλη Τετάρτη, μου τηλεφωνεί και μου φέρνει τη στολή. Στο νοσοκομείο. Να μην μπορώ να τη δοκιμάσω. Υποτίθεται ότι θα ερχόταν στις δυο το μεσημέρι. Ήρθε στις πέντε και μισή. Παίρνω τη στολή, δίνω και κολλαριστά 400 ευρώπουλα…

Πάω σπίτι, δε δοκιμάζω τη στολή. Την επόμενη, έφυγα πάλι αργά από τη δουλειά, είχαμε και μια σύναξη οι  μπλόγγερ, δεν τη δοκίμασα πάλι.

Και μεγάλη Παρασκευή τη φορώ να πάω στη δουλειά…
Και ξεβαφτίστηκα παιδιά!

Η φούστα στενή στους γοφούς, φαρδιά στη μέση. Πολύ φαρδιά μιλάμε. Δεν παίζει μέσα σε πέντε μέρες να έχασα πέντε κιλά από τη μέση!
Η φούστα κοντή. Την ήθελα τέσσερα δάκτυλα κάτω από το γόνατο. Είμαι ψηλή, φορώ και τακούνι, θα έδειχνε μίνι. Την είχε ακριβώς στο γόνατο. Περπατώ και ανεβαίνει πιο πάνω από το γόνατο. Και έμενα με κάτι τέτοια μου γυρνάει το μάτι.

Βάζω το πουκάμισο. Ωραίο στο λαιμό ακριβώς όπως έπρεπε. Άνετο στο στήθος. Δε με καταπίεζε. Αλλά τα μανίκια… τα μανίκια έφταναν στα νύχια μου! Ναι. Τα γυρνώ να έρθουν εκεί που πρέπει οι μανσέτες. Τίποτα. Πάλι μακριά.

Βάζω το σακάκι. Φαρδύ. Τα κουμπιά στραβά. Η στολή, για να καταλάβετε κιόλας, έχει έξι μικρά κουμπάκια τη μέση. Με αυτά κλείνει. Τα δεξιά είναι διακοσμητικά σε ψεύτικες κουμπότρυπες, τα αριστερά κουμπώνουν το σακάκι. Η μέση γραμμή της απόστασης από τα δεξιά στα αριστερά κουμπιά, πρέπει να είναι πάνω στη γραμμή που ενώνει τη σφαγή (το λακάκι στο λαιμό) με τον ομφαλό. Δηλαδή να είναι σε ίση απόσταση από τη μέση γραμμή του σώματος.
Τα δικά μου ήταν τα αριστερά στη μέση και τα δεξιά κάτω από τη θηλή του δεξιού μαστού.
Την έκανα τη βολβοστροφή! Εμ δε θα την έκανα;

Να οδηγώ να πάω στο ΓΝΑ και να βρίζω. Μιλάω για πολύ βρίσιμο. Και τα 400, 400. Να τα έχει πάρει!!!

Πάω στη δουλειά παραλαμβάνω, κλειδώνω πόρτες και παράθυρα, ράβω τα κουμπιά του πουκαμίσου πιο μέσα να έρθουν οι μανσέτες του πουκαμίσου στον καρπό, φωνάζω μια φίλη που έβαλε υπηρεσία να είμαστε μαζί, μου σημειώνει τα σωστά σημεία για τα κουμπιά του σακακιού και αρχίζω μεγάλη Παρασκευή να ράβω πρωί πρωί. Μιλάμε στις επτά και δέκα το πρωί. Ο κόσμος πίνει καφέ τέτοια ώρα και εγώ έραβα κουμπιά. Έτσι για να καταλάβω ότι είμαι νοικοκυροκόριτσο!

Βέβαια, να πω και του στραβού το δίκιο, με τις μεταποιήσεις στα κουμπιά έστρωσε το σακάκι. Ήρθε και έδειξε το μπούστο και οι καμπύλες μου. Όμως η κοντή φούστα και η φαρδιά μέση, είναι το κάτι άλλο.

Βρήκα μεγάλη Παρασκευή γυναίκα να μου τη στενέψει, αλλά για να τη μακρύνει ήθελε δυο μέρες και εγώ την επομένη τη χρειαζόμουν. Έτσι έμεινα με το μίνι!

Και κλαίω και τα τετρακόσια! Παιδιά, τα λυπήθηκα αυτά τα λεφτά! Πρώτη φορά. Και έκανα και δυο πρόβες! Δηλαδή αν ήταν να πάρω σακί, γιατί να δώσω τόσα λεφτά; Και παζάρια εγώ δεν κάνω. Τοσα θες, τόσα θα πάρεις, αλλά τη θέλω όπως τη θέλω. Αμ δεν ήταν όμως όπως την ήθελα…

Ααααα, είμαι και αεροδίκης. Πάει το δεκαπενθήμερο στις εξωτικές καρδιτσίους νήσους! Για μια βδομαδούλα θα πάω και θα επιστρέψω να κάνω το καθήκον μου. Και μετά πάλι πίσω στα πάτρια εδάφη για τις εκλογές. Αν γίνουν δηλαδή…

Σας είπα τον πόνο μου, όχι ότι μάκρυνε και η φούστα, αλλά ξέσπασα!

Χριστός ανέστη  βρε!

7 Απρ 2012

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ...

Χθες επισκέφθηκα τον πύργο. Δεν ξέρετε ποιος είναι ο πύργoς; Ο πύργος είναι το σπίτι του παραγωγού Λουστράκου και του blueprints.

Έφθασα καθυστερημένη, γιατί ως συνήθως, η Αθήνα είχε κλειστό το κέντρο λόγω πορείας. Πρωτότυπο δεν μπορείτε να πείτε! Δεν έχει ξανασυμβεί!

Έφθασα λοιπόν καθυστερημένη, αφού πρώτα είχα κάνει το γύρο της Αθήνας για να φτάσω στο κέντρο της…

Και κατεβαίνω από το ταξί με μια φοβερή προσμονή για το ασανσέρ του πύργου.  Και δικαιολογημένη. Όλοι οι επισκέπτες του πύργου, μόνο για τον ανελκυστήρα μιλούσαν. Και τα είδα όλα παιδιά. Με το ζόρι χωρούσα μέσα. Είχα και δυο τρία συμπράγκαλα, είναι και με διαφάνεια, να βλέπεις την άνοδο κανονικά!

Με υποδέχτηκε η Ταμάρ, που χρειάστηκε μερικές στιγμές να με αποδεχτεί και μετά ο πύργος άνοιξε τις πόρτες του! Οι οικοδεσπότες με καλοδέχτηκαν, με έβρισαν που τους χάλασα τη δίαιτα, μου έδειξαν την εκπληκτική βεράντα τους και με έκλεισαν στο στούντιο. Την εκπομπή μπορείτε να την ακούσετε δεξιά πατώντας το βελάκι.

Και τώρα οι καταγγελίες.

1.     το πιο ωραίο πράγμα του σπιτιού, πέρα από τον blue, είναι τα σουβενίρ που έφεραν τα παιδιά από το Μαρόκο. Εκπληκτικά όλα. Σε μπλε ρουαγιάλ, με εκπληκτική λεπτοδουλειά.
2.     μπαίνοντας στο στούντιο, μου χάλασαν  και τα μαλλιά τα ακουστικά, βλέπω να κρέμεται από την πόρτα της ντουλάπας ένα πράμα. Ρωτώ τι είναι και τι μου απάντησαν; μαστίγιο… από δέρμα ελέφαντα!
3.     η Ταμάρ, έβλεπε στα μάτια τον παραγωγό. Μια κουβέντα του Παύλου και η Ταμάρ εκτελούσε αμέσως. Πρώτη φορά βλέπω σκυλί αλλά δεν το ακούω.  Δεν την άκουσα να γαβγίσει ούτε μια φορά. Βγάλαμε την Ταμάρ από το στούντιο και αυτή ήρθε από τη βεράντα και κοίταζε τον Παύλο από το τζάμι στα μάτια.
4.     το σέρβις ήταν ακαριαίο. Πως τα προλάβαινε όλα ο Γιάννης, δεν μπορώ να καταλάβω. Έγραφε σχόλια, τα μετρούσε για να μας ενημερώνει ποιος έπαιρνε τα φιλιά, μας εφοδίαζε με νερό, ούρσους, με χαρτοπετσέτες με τα ελεφαντάκια και απαντούσε και σε ότι φωνάζαμε από μέσα εμείς. Ο άνθρωπος με τις χίλιες ικανότητες!
5.     η χθεσινή βραδιά, είναι από τις πιο όμορφες της ζωής μου.

Έφυγα νωρίς γιατί είχα κλείσει ένα 24ωρο με δυο ώρες ύπνο και δε με έπαιρνε. Έχομε και μια ηλικία που ο ύπνος είναι απαραίτητος.

Ευχαριστώ Παύλο και Γιάννη για τη φιλοξενία και για την όμορφη ατμόσφαιρα που με έκανε να νιώσω πολύ άνετα και οικεία.

Υ.Γ. ευχαριστώ Γιάννη για τα δρακουλίνια!


3 Απρ 2012

τα Όντα


τα Όντα

μία σταγόνα Ουρανό,μια χαραμάδα Ήλιο
τίποτα περισσότερο,μου φτάνουν για να ζήσω

του Ήλιου φως αληθινό γεμάτο ειλικρίνεια,
επίγεια γνώση του Θεού και ευφορία γαλήνια,
τα μάτια των απλοϊκών θαμπώνουν στη μορφή του,
άγνοια ακόμη και ψευτιά μοιάζει η στέρησή του,
πιο όμορφο απ΄ τα υπόλοιπα, πιο σπάνιο από τ’ άλλα
που δήθεν όταν φαίνονται φαντάζουνε μεγάλα,
πιο όμορφο απ΄ τα υπόλοιπα,πιο σπάνιο από τ’ άλλα!

μία σταγόνα Ουρανό, μια χαραμάδα Ήλιο
τίποτα περισσότερο δεν έχω ν’ αποκτήσω

ατέρμων χώρος ιδεών, μέρος της φαντασίας,
όμορφος κόσμος των νυμφών και πάσης οπτασίας
γαλάζιο είν’ το χρώμα Του,απέραντος στη πλάση
μάταιος πλέον ο κόπος του ανθρώπου να Τον φθάσει,
υπάρχουν όμως και στιγμές που αστράφτει και βροντάει
στον κόσμο αυτόν που βλέπουμε το μένος Του ξεσπάει
μα σαν τον άνθρωπο κι Αυτός…αντέχει, δεν λυγάει.

το μέγεθος του Ουρανού,το φως εκείνο του Ήλιου
είναι τα μόνα ‘’πράγματα’’ που ξέρω πως υπάρχουν.

(Παύλος Γ. / φοιτητής, Τμήμα ΠΕΔΔ - ΠΑ)
 Το ποίημα το πήρα από εδώ

(σήμερα έχω ψηλώσει ένα μέτρο)

1 Απρ 2012

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ

Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά το ταγκό είναι η αγαπημένη  μου μουσική. Βρήκα ένα πολύ ωραίο κομμάτι να το τραγουδάει εξαιρετικά ο αγαπημένος μου τενόρος Ρομπέρτο Αλάνια, σας έχω βάλει και παλιότερα μια εκπληκτική ερμηνεία αλλά ήταν από όπερα. Σήμερα σας εύχομαι καλό μήνα με ένα πολύ ρομαντικό κομμάτι που όλοι έχετε ακούσει αλλά όχι σε τέτοια εκτέλεση και ακολουθούν και μερικά άλλα. Κλείστε τη μουσική στα πλάγια και απολαύστε...



30 Μαρ 2012

26 Μαρ 2012

ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΧΕ ΞΑΝΑΖΗΣΕΙ (ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΛΛΑ ΔΕΥΤΕΡΙΑΤΙΚΟ)

Έκλεισε το τηλέφωνο φανερά προβληματισμένη.
Εντάξει, ήταν είκοσι πέντε χρονών. Δεν την είχαν πάρει όμως και τα χρόνια!
Ήταν όμορφη, ήταν μορφωμένη, είχε καλή δουλειά, γιατί στενοχωριόταν;
Ο Σταύρος ήταν σαφής. Ήθελε να τη δει.
Ήξερε τι ήθελε.
Πριν δυο εβδομάδες της είπε ότι είχε ανάγκη να σκεφτεί απερίσπαστος.
Και αυτή το δέχτηκε.
Το είχε ξαναδεί το έργο.
Όταν ο Ανδρέας της είχε πει ότι είχε ανάγκη να μείνει λίγο μόνος του, ένα μήνα μετά, της είπε, ότι ήθελαν να χωρίσουν.
Είχε πονέσει. Τον είχε αγαπήσει. Είχε αφήσει μια πολύ καλή δουλειά για να έρθει μείνει μαζί του στην επαρχιακή πόλη που είχαν μεγαλώσει και οι δυο. Τώρα αυτή είχε το δικό της μαγαζί, ο Ανδρέας είχε παντρευτεί μια άλλη και αυτή  τον έβλεπε κάθε μέρα.
Της πήρε τρία χρόνια να ξαναφεθεί. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και ο Σταύρος δε θύμιζε σε τίποτα τον Ανδρέα. Στην εμφάνιση. Γιατί στη συμπεριφορά, ίδιος αποδείχτηκε πως ήταν.
Έτσι και αυτός ξαφνικά θυμήθηκε πως είχε ανάγκη να μείνει μόνος του.

Του είχε δώσει ραντεβού στο μικρό μπαράκι πάνω από τη θάλασσα. Θα στενοχωριόταν που θα στενοχωριόταν, ας ήταν τουλάχιστον με τη συντροφιά της αγαπημένης της θάλασσας.
Οι ώρες περνούσαν και έφτασε το σούρουπο.
Φόρεσε το μαύρο φόρεμα που αντικατόπτριζε τη συναισθηματική της φόρτιση.
Έκλεισε το μαγαζί, κλείδωσε, πέταξε τα κλειδιά στην τσάντα και καβάλησε το παπάκι της να πάει στο σημείο του ραντεβού.
Έφτασε πρώτη. Χαιρέτησε το Μάνο που δεν έλειπε ποτέ από το μπαράκι του, έδωσε την παραγγελία της, και ανέβηκε στον πάνω όροφο. Έπιασε ένα απομακρυσμένο τραπέζι με θέα το απέραντο γαλάζιο που σταδιακά μεταμορφωνόταν σε μαύρο. Σε λίγο το φεγγάρι θα ασήμωνε τη ρυτιδιασμένη επιφάνεια. Και αυτό θα παρηγορούσε την Αγγέλα.
Έφτασε η παραγγελία της. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και ένιωσε τη βότκα να της καίει το λαιμό. (Καλύτερα να ζαλιστώ λίγο, σκέφτηκε).

Απολάμβανε το καθρέφτισμα του φεγγαριού στη θάλασσα και χάζευε τις βαρκούλες που ανοίγονταν για ψαριά, όταν ένα κατακόκκινο κεφάλι άρχισε να ξεχωρίζει στο πλήθος που περπατούσε στην παραλιακή οδό.

Η Αγγέλα, τον κοιτούσε από ψηλά. Περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες. Με το κεφάλι σκυφτό και με βήματα αργά και διστακτικά.

-(Χμ, άλλο ένα σημάδι για το τι θα μου πει), σκέφτηκε. (Μάλιστα, το έχω ξαναζήσει αυτό…)

Ο Σταύρος έφτασε στο μαγαζί και ανέβηκε πάνω με το ποτό του στο χέρι. Ήπιε μια γερή γουλιά και έσκυψε το κεφάλι.

Η Αγγέλα χαμογέλασε. (Μα πόσο γελοίοι είναι οι άντρες όταν θέλουν να χωρίσουν); είπε μέσα της.

-Λοιπόν, σ’ ακούω, είπε δυνατά.

-Ξέρεις, Αγγέλα, είσαι μια πολύ όμορφη κοπέλα, μορφωμένη, οικονομικά αποκατεστημένη, μη σου πω πετυχημένη…

Η Αγγέλα έπαψε να ακούει, ήξερε τι θα επακολουθούσε. Το ξαναζούσε. Αντί για το Σταύρο, είχε απέναντί της τον Ανδρέα.
…εγώ πάλι, είμαι ακόμα αδημιούργητος. Και ενώ εσύ είσαι τόσο καλή μαζί μου, εγώ θεωρώ ότι δε θα ήταν σωστό να σε εγκλωβίσω τόσα χρόνια με ένα χαρακτήρα σαν το δικό μου. Σου αξίζει κάτι καλύτερο. Κάτι που θα μπορέσει να σου προσφέρει ότι εγώ δεν είμαι σε θέση. (Τι χαζομάρες λένε οι άντρες όταν θέλουν να χωρίσουν!)

Η εικόνα του Ανδρέα έφυγε από τα μάτια της και είδε το Σταύρο να την κοιτά ερωτηματικά και να περιμένει μια απάντησή της.

-Λοιπόν, τι λες; της είπε φανερά αγχωμένος;
-Τι να πω; είπε η Αγγέλα. Συμφωνώ. (Δηλαδή, τι να κάνει; να μη συμφωνήσει; ο άνθρωπος ήθελε να χωρίσει, αυτή πως θα τον κρατούσε; με το ζόρι;)
Και ενώ σκεφτόταν αυτά, βλέπει το Σταύρο να γονατίζει μπροστά της και να της τείνει ένα μικρό κουτάκι με ένα δακτυλίδι μέσα.

-Ώπα, ώπα, τι κάνεις;;; τον ρώτησε.
-Τί τί κάνω; αφού συμφωνείς ότι πρέπει να προχωρήσουμε μαζί σε άλλη φάση τη  ζωή μας, σου κάνω πρόταση γάμου!
-Μισό λεπτό, δεν ήθελες να μου πεις ότι χωρίζουμε;
-Ρε Αγγέλα, τόση ώρα μίλαγα, δεν πρόσεξες ούτε μια λέξη από όσα σου είπα;
-Τι να προσέξω, αφού ξεκίνησες, ότι είμαι όμορφη, μορφωμένη, οικονομικά ανεξάρτητη, νόμιζα ότι θα μου έλεγες ότι εσύ δε μου αξίζεις και ότι θα έπρεπε να χωρίσουμε για το δικό μου καλό.
-Ναι, είπε γονατισμένος ακόμα ο Σταύρος, να τα ξαναπώ αλλά σε παρακαλώ πρόσεχέ με τώρα…

… ναι είσαι πολύ όμορφη, ναι είσαι μορφωμένη, να είσαι πολύ επιτυχημένη ως επαγγελματίας, και ναι εγώ είμαι δύστροπος, και απότομος, και μερικές φορές δε δίνω σημασία σε ότι θα άρεσε να ακούει μια κοπέλα να της σχολιάζει ο σύντροφός της, αλλά αυτές οι δυο εβδομάδες με έκαναν να καταλάβω, ότι έχεις ομορφύνει τη ζωή μου τόσο πολύ που αν σε έχανα θα ήμουν τρομερά δυστυχισμένος και θέλω η σχέση που ένα χρόνο τώρα έχουμε… θέλω… να περάσει στο επόμενο στάδιο. Εκεί εσύ είπες ότι συμφωνείς…

-Και βέβαια συμφωνώ. Απλά νόμιζα άλλα πράγματα και επέλεξα να μην είμαι εδώ όσο θα μου έλεγες να χωρίσουμε. Και αφού δε θες να χωρίσουμε, δέχομαι και το δακτυλίδι, λέω ναι στο γάμο που μου προτείνεις, και τώρα μπορείς να σηκωθείς, γιατί αισθάνομαι λίγο γελοία;;;

Είπε η Αγγέλα και έβαλε τα γέλια καθώς ο Σταύρος την αγκάλιαζε και τη σήκωνε φέρνοντας τη γύρω γύρω!!!

Τελικά, αυτό δεν το είχε ξαναζήσει… και αυτό ήταν πολύ πολύ καλύτερο από αυτό που νόμιζε ότι θα ξαναζούσε!

(χάπυ εντ δε θέλατε; το έγραψα!)


24 Μαρ 2012

ΑΝΑΔΡΟΜΟΣ ΕΡΜΗΣ;;;

Από την Παρασκευή το μεσημέρι έχω οπτικές ημικρανίες και σήμερα εδώ και μερικές ώρες έχω κανονικότατη ημικρανία. Με ισχυρό πονοκέφαλο, με φωτοφοβία, με ναυτία και τα χάλια μου τα μαύρα. Έχω πάρει χούφτες τα φάρμακα, αλλά η ρουφιάνα επιμένει...

Στενοχωρέθηκα πολύ που η Ιρις γέννησε νεκρά τα σκυλάκια. Την άκουγα στο τηλέφωνο να κλαίει και από εκείνη την ώρα είμαι χάλια.

Λυπάμαι που δε συμμετείχα στο λογοτεχνικό Σάββατο της Βερόνικας, αλλά δε μου το επιτρέπει η κατάστασή μου. 

Θα επανορθώσω μόλις συνέλθω.

Καλό σαββατόβραδο. Για να γράψω την ανάρτηση, αυτή, με τις λίγες γραμμές, προσπαθώ από το πρωί.

20 Μαρ 2012

ΑΝΤΕ ΠΕΣ ΤΕ ΜΟΥ ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ...

Εγώ θα αναφέρω τα γεγονότα. Θα προσπαθήσω να μην πάρω θέση, γιατί σε τέτοια περίπτωση, όταν πάω στα πάτρια εδάφη, θα γίνει της πουτάνας και δεν κάνει. Είμαι και κυρία!

Το 2002 πέθανε ο άντρας της από λέμφωμα στομάχου. Το 2003 η κόρη της παθαίνει λέμφωμα Hodgking. Κάνει χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες και ιάται προσωρινά. Το 2004 τα Χριστούγεννα στις εξετάσεις ρουτίνας διαπιστώνονται στο πνεύμονά της κάτι οζίδια μεγέθους φακής. Το Μάρτιο του 2005 η επανεξέταση διαπιστώνει ότι οι φακές είναι πορτοκάλια σε μέγεθος. Η βιοψία δείχνει σάρκωμα Ewing. Νέος κύκλος χημειοθεραπειών και θάνατος τα Χριστούγεννα του 2005.

Το καλοκαίρι του 2006, ο γιος της, της σκάει το παραμύθι ότι η κοπέλα του είναι έγκυος αλλά του το είπε ενώ είναι πέραν των τριών μηνών. Καλός μαλάκας και αυτός.
Και το Νοέμβριο του ίδιου έτους γίνεται ο γάμος με όλα τα δέοντα. Κλαρίνα, δώρα, όλα τα σόγια καλεσμένα. Χωρίς να έχει κλείσει χρόνο που πέθανε το κορίτσι της, πήγε η χαροκαμένη στο γάμο του γιου της. Όπως έλεγε και λέει και η ίδια, δικός της ο πόνος, δική της και η χαρά.

Φεύγει από το σπίτι που έμενε, για να μείνουν οι νιόπαντροι. Αυτή μετακομίζει με όλο τον οικιακό της εξοπλισμό στο χωριό. Αγοράζει καινούργιο οικιακό εξοπλισμό, έπιπλα, ηλεκτρικά είδη, πληρώνει το γαμήλιο ταξίδι. Στο χωριό, για να συμπληρώνει το εισόδημά της, νοικιάζει τέσσερα δωμάτια που έχει ως παραδοσιακό ξενώνα. Τα είχαν φτιάξει με το μακαρίτη τον άντρα της για να έχει εισόδημα η κόρη της.

Παραιτείται από τα ενοίκια δυο διαμερισμάτων στην Καρδίτσα για να ενισχύσει το εισόδημα του γιου της που θα έχει και ένα μικρό παιδί.

Κατεβαίνει στην Καρδίτσα ένα πρωί, κάνει τις δουλειές της και πάει στο σπίτι του γιου της, που εν τω μεταξύ έχει δυο αγοράκια, να δει τα εγγόνια της. Χτυπάει το κουδούνι, παρότι έχει κλειδί, δεν της ανοίγει κανείς και πάει στην κουνιάδα της που μένει δίπλα. Κάθονται στον κήπο. Σε μισή ώρα έρχεται ο γιος της.
-Μαμά γιατί δεν πάς σπίτι;
-Χτύπησα παιδί μου, δε μου άνοιξε κανείς, νόμιζα ότι λείπατε.
-Μα η Βάσω μέσα είναι.
-Όχι αγόρι μου χτύπησα.

Τελικά μέσα ήταν. Η δικαιολογία που δεν άνοιξε ήταν ότι δεν είχε ειδοποιήσει ότι θα έρθει η πεθερά της και δεν της άνοιξε για να την εκπαιδεύσει!

Σημειωτέον, ότι όλα τα έξοδα του γάμου, των γεννήσεων, των βαφτίσεων και των εορτών, τα τραβούσε η χήρα. Στο γάμο, τις γεννήσεις, τις βαφτίσεις, τις εορτές, εγώ πήγαινα και αγόραζα ότι πιο κομψό και ακριβό έβρισκα από κοσμήματα για τη νύφη της.

Πριν λίγες μέρες, πήγε στο σπίτι του παιδιού της στις πέντε το απόγευμα γιατί την άλλη μέρα το πρωί θα περνούσαν στα διαμερίσματα αέριο και έπρεπε να είναι εκεί στις εφτά το πρωί, αλλά το λεωφορείο θα έφτανε στην Καρδίτσα στις 8 και το ταξί ήθελε 50 ευρώ. Πήγε λοιπόν, από την προηγουμένη. Χτυπάει το κουδούνι, της ανοίγει η νύφη, δεν την περνά μέσα. Έξω χιόνιζε. Και τη ρωτάει γιατί δεν τηλεφώνησε που θα πήγαινε και ήρθε έτσι ξαφνικά. Ο γιος ακούει, φωνάζει τη μάνα του μέσα, βάζει μια φωνή στη σύζυγο, και ρίχνει και κάτι χριστοπαναγίες.
-Μην τσακώνεστε αγόρι μου, λέει η μάνα, θα φύγω.
-Στο διάολο να πας, αποκρίνεται η νύφη.
Το ακούει ο γιος, ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Τηλεφωνεί ο μαλάκας στα πεθερικά του. Έρχονται αυτοί εκεί. Και τους ρωτά αν τους έδιωξε ποτέ αυτός από το σπίτι του, αν τους διαολόστειλε, αν τους ζήτησε να τηλεφωνήσουν πριν έρθουν που η κόρη τους, έτσι φέρεται στη μάνα του που δεν έχει άλλον στον κόσμο εκτός από αυτόν! Κρίση εξυπνάδας είχε εκείνη τη στιγμή ο μαχλέπας!
-Τι πρόβλημα έχεις κορίτσι μου, μαζί μου και δε με θες στο σπίτι σου;
-Με κοιτάς με τα πούστικα τα μάτια σου! Απαντά η νύφη. Μπροστά στους γονείς της που δεν είπαν τίποτα. Μυαλοφυγόδικοι και αυτοί!

Παίρνει την τσάντα της και φεύγει. Και της φωνάζει από το σπίτι η νύφη:
-Και τα κοσμήματα που μου έκανες κατά καιρούς, δε μου τα έδωσες με την καρδιά σου και γι αυτό τα έδωσα στη μάνα μου και την αδερφή μου.

Και η ηλίθια η θεία μου, δεν τα ζήτησε πίσω!
Πήγε στο χωριό με ταξί, παρότι ο γιος της την κυνηγούσε. Δεν ξαναπήγε σπίτι. Η πίεσή της χτυπά συνεχώς 20άρια. Και εγώ την ακούω και δεν υπάρχει τρόπος να την παρηγορήσω.

Πες τε μου τώρα εσείς, τι πρέπει να κάνει αυτή η γυναίκα. Εγώ της είπα, διώξε τους από το σπίτι σου. Πάρε τα ενοίκια εσύ, αφού δε σε αφήνει να βλέπεις τα εγγόνια σου, δε σε αφήνει να τηλεφωνείς στο σπίτι, δεν αφήνει το γιο σου να έρχεται να σε βλέπει, κάνε τη ζωή σου όπως ήταν πριν τη βάλεις στη ζωή σου. Θα καταλάβει τουλάχιστον πόσο τους βοηθούσες και ίσως αλλάξει τακτική. Δεν μπορώ Ρία μου, γιατί είναι το παιδί μου το μοναδικό πολύτιμο πράγμα που μου έμεινε στον κόσμο. Εκτός από αυτό το παιδί, δεν έχω τίποτα άλλο!

Μόνο που το ξέπλυμα, που ήθελε μονόπετρο διαμάντι,  για την πρόταση γάμου, δεν το καταλαβαίνει ότι αυτή η μάνα έχει μόνο αυτό το παιδί. Μη χέσω. Είχε και στο πλιθόκτιστο σπίτι της στο καραγκουνοχώρι της μονόπετρο με διαμάντι!

Ήμουν μπροστά το καλοκαίρι που έγινε το εξής περιστατικό: υποτίθεται πως μας έκανε το τραπέζι. Νερόβραστα μακαρόνια χωρίς τίποτα άλλο. Εγώ ζήτησα κέτσαπ. Ήταν και άβραστα. Κόλπο για να μην πηγαίνουμε σπίτι της ήταν, αλλά στην Τατιάνα Τατιανές δεν πιάνουν. Ρε Βάσω, πως τα έκαψες, αφού είναι άβραστα, της λέω. Δεν πειράζει, θα τα φάει  ο γιος της, σάματις η μάνα του στον κόρυθρο δεν τον έβαζε και έτρωγε; Ο κόρυθρος είναι το ξύλο που έχει γούρνα στη μέση και βάζουν τα σκουπίδια για να τα τρώνε τα γουρούνια. Εγώ δεν την ήξερα αυτή τη φράση, η ίδια μου την εξήγησε. Πήγα να δώσω έκταση στο θέμα, για να μη λέει ότι η θεια μου τον είχε σα ζώο τον ξάδερφό μου, όταν όλοι ξέραμε πόση αδυναμία του είχε, ακόμα και στις μεταθέσεις του θείου μου που ήταν και αυτός αξιωματικός της αεροπορίας, όλα τα πράγματα επαναξιολογούνταν αν θα τα έπαιρναν στις μεταθέσεις, του ξαδέρφου μου ακόμα και οι μαλακίες ταξίδευαν παντού για να μην του λείπει τίποτα και για να μην διακρίνει αλλαγές στο περιβάλλον. Η θεία μου με κλώτσησε κάτω από το τραπέζι, οπότε το μόνο που είπα, ήταν: δεν είδα να μη σε θαμπώσει εσένα και τον ερωτευτείς!

Σιγά μην τον ερωτεύτηκε. Το οικονομικό στάτους του, του βρήκε. Καμιά 100 στρέμματα, τρία σπίτια στην Καρδίτσα, ένα εξοχικό στη λίμνη πλαστήρα, τέσσερα ενοικιαζόμενα δωμάτια με παραδοσιακή αρχιτεκτονική και διακόσμηση. Και φυσικά η θεια μου του αγόρασε και ένα μαγαζί στην Καρδίτσα για να έχει μεθαύριο δικό του φωτογραφείο.
Αυτά είδε και τον ερωτεύθηκε όχι τη χάρη του. Και τον βρήκε και μαχλέπα και τον κάνει και ότι θέλει!

Και μαζί με το μαχλέπα, βασανίζεται και η θεία μου που δεν μπορεί να πάρει αγκαλιά τα εγγόνια της, δεν μπορεί να τα δει όποτε θέλει, δεν της επιτρέπει να τηλεφωνεί στο σπίτι για να μιλάει με το γιο της. Οπότε, του τηλεφωνεί η θεία κάθε πρωί κατά τις δέκα που ο γιος είναι στη δουλειά του και μόνο στο κινητό του.

Κατά τα άλλα, έχει γιο, νύφη και δυο εγγόνια. Άντε να την παρηγορήσεις μετά! 

Πες τε μου εσείς τις σκέψεις σας, χαρακτηρίστε την εσείς, δώστε μια ιδέα τι να της πω της θείας μου, τι θα κάνατε εσείς στη θέση της θείας μου; Περιμένω τα σχόλιά σας. 


17 Μαρ 2012

ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ (ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΒΒΑΤΟ)

Παρασκευή. Όπως κάθε Παρασκευή, είχε το καθορισμένο πρόγραμμά του. Βγήκε από το γραφείο του βιαστικά. Δε θα έβρισκε να παρκάρει. Καλύτερα να πάρει ταξί.
Τυλίχτηκε πιο καλά στην καπαρντίνα του και στάθηκε στην άκρη του δρόμου να βρει ένα ταξί. Σε μερικά λεπτά αργότερα κάποιος ταξιτζής, εδέησε να σταματήσει. Άνοιξε την πόρτα και έβαλε πρώτα το χαρτοφύλακα στη θέση και μετά μπήκε και αυτός. Έδωσε τη διεύθυνση και κάθισε αναπαυτικά. Παρακολουθούσε τα κτήρια να διαδέχονται το ένα το άλλο.
Χαμογέλασε. Κάθε Παρασκευή πήγαινε μαζί της κινηματογράφο. Κάθε Παρασκευή. Διάλεγε εκείνη την ταινία. Αυτός έβγαζε τα εισιτήρια μέχρι να αποφασίσει αυτή αν ήθελε κάτι από την καντίνα του κινηματογράφου. Μετά αυτός έπαιρνε τα ποπ κορν και τις κόκα κόλες και ψάχνανε τις θέσεις τους. Βλέπανε την ταινία, την πήγαινε σπίτι της με το ταξί και δε μιλούσαν για την ταινία μέχρι την Κυριακή  που θα πήγαινε στο σπίτι της να φάνε μαζί.
Είχε καταλήξει να γνωρίζει όλες  τις ταινίες που είχαν παιχτεί στους ελληνικούς κινηματογράφους τα τελευταία χρόνια. Μερικές φορές, τον πήγαινε και σε ταινίες που είχαν γυριστεί πριν τον πόλεμο. Ή σε ταινίες που δυσκολευόταν να παρακολουθήσει. Σε μερικές τον έπαιρνε ο ύπνος. Όπως σε εκείνη του πολωνού σκηνοθέτη που έγινε γνωστός με τις ταινίες με τα χρώματα. Που τον σκουντούσε και γελούσε γιατί ροχάλιζε ελαφρά και γέλαγαν όσοι ήταν δίπλα τους. Πως τον έλεγαν; Κάτι σε -όφσκι. Ανακάθισε, έπρεπε να το θυμηθεί. Μισλόφσκι, βιρσλόφσι, όχι… Κισλόφσκι… ναι, αυτό πρέπει να ήταν Κισλόφσκι. Και εκεί χτύπησε το τηλέφωνό του. Το σήκωσε. Ήταν ο φίλος του ο γιατρός. Πριν λίγες μέρες, αυτή είχε παραπονεθεί για μια εμμένουσα αδιαθεσία. Της επέβαλε να επισκεφτεί το φίλο του που ήταν στρατιωτικός γιατρός. Αυτός την πήγε στο νοσοκομείο που εργαζόταν και μέσα σε μια μέρα, της έκανε ένα σωρό εξετάσεις. Ο Νίκος είχε πάει δυο μέρες μετά και θεώρησε το βιβλιάριό της. Οι εξετάσεις που έκανε σε μια μέρα είχαν ξεπεράσει σε αξία τα 1500 ευρώ. Τι στο καλό της είχε κάνει; Και τώρα ο φίλος του, του τηλεφωνούσε. Είχε πάρει όλες τις απαντήσεις.
Κόντεψε να του πέσει το ακουστικό από το χέρι.
Δεν της έμενε ζωή, ούτε τρεις μήνες.
Τρεις μήνες.
Έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Έκλεισε το τηλέφωνο. Θα του τηλεφωνούσε αργότερα. Είχε φτάσει με το ταξί στον προορισμό του. Αυτή, όπως συνήθως, περίμενε στο πεζοδρόμιο.
Κομψή, με τα καλοχτενισμένα μαλλιά της, χωρίς μακιγιάζ, με τα ασορτί παπούτσια και τσάντα.
Άνοιξε την πόρτα του ταξί και της έκανε χώρο να καθίσει δίπλα του. Αυτήν τον φίλησε και άρχισε χαρούμενα να δίνει οδηγίες για το που βρισκόταν ο κινηματογράφος που θα πήγαιναν.
Ο Νίκος δε μίλαγε. Την κοιτούσε και χαμογελούσε.
Έφτασαν γρήγορα. Πλήρωσε το ταξί και την είδε να βγαίνει άνετα από το ταξί. Μα πως ήταν δυνατόν να είναι άρρωστη; Βγήκε και αυτός, έβγαλε εισιτήρια, την έπιασε από τη μέση και τη ρώτησε όπως κάθε φορά αν θέλει κάτι. Πήρε μόνο μια πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό. Ο Νίκος για να μη χαλάσει τις συνήθειές του και υποψιαστεί αυτή κάτι πήρε μια κόκα κόλα και ένα μεγάλο κουτί ποπ κορν. Βρήκαν τις θέσεις τους και κάθισαν.
Σε λίγο έσβησαν τα φώτα. Και ο Νίκος άφησε το πρόσωπό του να πάρει την έκφραση που ένιωθε. Φοβερή αγωνία. Δεν έπρεπε να καταλάβει κάτι αυτή.
Πως μπορούσε να της το κάνει; Πώς να της πει ότι έχεις καρκίνο του παγκρέατος και ο πόνος στη μέση δεν είναι από τα γηρατειά μητέρα, αλλά από τον καρκίνο σου; Πως μπορούσε να κλείσει αυτήν την υπερδραστήρια γυναίκα σε ένα νοσοκομείο;
Η ταινία είχε αρχίσει. Μια ελαφριά κωμωδία καταστάσεων, έτσι του την είχε περιγράψει στο ταξί. Ο ήλιος έλαμπε στην οθόνη και η μαυρίλα στην ψυχή του. Γέλια στην αίθουσα, κλάματα στο μυαλό του.
Της έπιασε το χέρι. Χρόνια είχε να το κάνει αυτό. Ήταν  σαράντα χρονών άντρας. Αλλά από μικρό παιδί, από τότε που ο πατέρας  του τους άφησε, κάθε Παρασκευή πήγαινε με τη μητέρα του κινηματογράφο. Όταν έφυγε για σπουδές σε άλλη πόλη, κάθε φορά που ερχόταν, τις παρασκευές τις είχε αφιερωμένες στη γυναίκα που δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ πάνω από μια ραπτομηχανή για να μην του λείψει τίποτα.
Όταν πήρε το πτυχίο του και άρχισε την πρακτική του, ξεκίνησαν τα φλερτ και οι κινηματογραφικές παρασκευές άρχισαν να είναι σπάνιες. Μετά έφυγε για μεταπτυχιακό στην Αμερική. Εκεί ένιωσε πόσο του έλειπε η ακάματη μητέρα που σκυμμένη πάνω από τη μηχανή της του έστελνε τακτικότατα το ποσό που χρειαζόταν και μερικές φορές πολύ περισσότερα από όσα είχε ανάγκη.
Και γύρισε. Και βρήκε μια πολύ καλοπληρωμένη εργασία. Και της ζήτησε να σταματήσει να δουλεύει. Και αυτή αρνήθηκε. Είχε κάνει τα κουμάντα της.
Στην οθόνη, ένα νεαρό ζευγάρι τσακωνόταν, έσπαγε πράγματα και φώναζε να τρομοκρατήσει ο ένας τον άλλο. Έτσι τσακώνονταν και αυτός με τη μητέρα του όταν της ζήτησε να έρθει να μείνει στα βόρεια προάστια στο σπίτι που αγόρασε αυτός. Αλλά αυτή δεν ήθελε. Δεν ήθελε να του είναι βάρος. Ήθελε να είναι εκεί που μεγάλωσε. Εκεί που τόσα χρόνια την ήξεραν και ήξερε τους πάντες. Φώναξε ο Νίκος, έσπασε δυο σταχτοδοχεία και ένα βάζο όταν τράβηξε από τα νεύρα του το τραπεζομάντηλο στην τραπεζαρία. Παρακάλεσε, ικέτευσε, ανένδοτη αυτή.
Το ζευγάρι είχε φιλιώσει στο λευκό πανί και ένας στεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από το κοινό. Αναστέναξε και αυτός. Όχι όμως από ανακούφιση. Έσκυψε και έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο της μητέρας του που παρακολουθούσε συνεπαρμένη και χαμογελώντας. Αυτή γύρισε και του χάιδεψε το μάγουλο.
-Αγόρι μου… του είπε και ξαναγύρισε στην οθόνη.
Πώς να την στείλει  για εγχείρηση και μετεγχειρητικούς πόνους; Πώς να τη γεμίσει σωληνάκια που θα την κάνουν να υποφέρει; Πώς να την υποβάλλει σε χημειοθεραπεία, με όλες τις επιπλοκές όταν στην καλύτερη περίπτωση, δε θα θεραπευόταν παρά θα παρέτεινε τη ζωή της μόνο για λίγο και αυτό με εμμέτους, ναυτία, διάρροιες, ζαλάδα και πόνους;
Πως όμως να την αφήσει και έτσι; Ήδη ο καρκίνος της είχε κάνει μεταστάσεις. Γύρισε και την κοίταξε. Αυτή σα να ένιωσε τη ματιά του γύρισε και τον είδε. Του χαμογέλασε και αναστέναξε…
Γύρισαν και οι δυο στην οθόνη. Θυμόταν πως ένα καλοκαίρι, το πρώτο μετά που ο πατέρας του έφυγε και δεν τον ξαναείδαν, η μητέρα του τον πήγε στο νησί από το οποίο καταγόταν. Θυμήθηκε πόσο διαφορετική ήταν εκείνο το καλοκαίρι. Πως για τις δέκα μέρες που έμειναν στο πατρικό της, δεν έραβε. Πως δεν ήταν σκυμμένη πάνω από μια ραπτομηχανή αλλά πήγαινε μαζί του όλη μέρα στη θάλασσα. Πως καθάριζε το σπίτι το σούρουπο που αυτός αποκαμωμένος από τον ήλιο και την κούραση έπεφτε ξερός στο στενό μπαουλοντιβανο και αυτή μαγείρευε και σκούπιζε την άμμο. Πως ήταν η μοναδική φορά που την είχε δει ξέγνοιαστη.
Η ταινία είχε διάλειμμα. Άναψαν τα φώτα. Την έπιασε από τους ώμους.
-Αγόρι μου, γιατί δεν τρως τα ποπ κορν; Δεν είναι ωραία; Και πήρε ένα στο χέρι της. Το λεπτό ντελικάτο χέρι της που είχε κατατρυπηθεί από τις καρφίτσες όλα αυτά τα χρόνια. Της πήρε το χέρι. Φορούσε το δακτυλίδι που της έκανε δώρο με τον πρώτο μισθό του ως εκπαιδευόμενος μόλις πήρε το πτυχίο του. Ένα φτηνό δακτυλίδι, χρυσό, που ποτέ δεκαοχτώ χρόνια τώρα, δεν έβγαλε από το χέρι της.
Της φίλησε το χέρι. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Της χαμογέλασε. Τη ρώτησε για την υγεία της. Αυτή άρχισε να μιλάει για την ταινία. Για το πόσο καλές κριτικές έγραφαν τα περιοδικά για αυτήν. Για τους ηθοποιούς. Για το ίσως να είναι υποψήφια για όσκαρ.
Ο Νίκος δεν την άκουγε. Κοίταγε τα μεγάλα μάτια της. Τις ρυτίδες που τα στεφάνωναν. Κοίταγε τα μαλλιά της. Πόσο είχαν ασπρίσει όλα αυτά τα χρόνια! Δεν τα έβαφε. Αλλά πάντα ήταν τόσο καλοχτενισμένα. Και τα έπιανε στα πλάγια με δυο διάφανα χτενάκια για να μην μπαίνουν στα μάτια της όταν έσκυβε να ράψει.
Τα φώτα έσβησαν ξανά.
Σταμάτησε να μιλά η μητέρα του και απορροφήθηκε από την ταινία. Ο Νίκος ήθελε να μιλήσει. Να της πει όσα δεν είχε πει όλα αυτά τα χρόνια. Να την ευχαριστήσει που στάθηκε βράχος για αυτόν. Και μάνα και δυο φορές πατέρας. Να της εκφράσει με λόγια το θαυμασμό του που ποτέ δεν παραπονέθηκε για κάτι. Ακόμα και όταν έβλεπε πως η δουλειές της δεν ήταν όπως πρώτα. Που δεν του στέρησε ποτέ τίποτα. Να της πει πόσο την αγαπούσε. Ούτε αυτό της το είπε ποτέ. Δεν της είπε ποτέ, πως έκανε πως κοιμόταν για να νιώσει το χάδι της πριν πέσει και αυτή για ύπνο. Πως δεν ένοιωσε ποτέ αδύναμος, γιατί ήξερε πως αυτή ήταν δίπλα του. Να της πει πως από αυτή έμαθε να αντλεί δύναμη για την καθημερινότητα. Να την αγκαλιάσει σφιχτά όπως έκανε αυτή όταν ήταν αυτός μικρός.
Να τη νοιώθει δίπλα του έστω και αν ήταν σε άλλη ήπειρο. Όπως τότε στην Αμερική. Πως θα ζούσε χωρίς αυτήν; Πως; Ήταν η ρίζα του. Ήταν η μητέρα του. Ήταν ο κόσμος του. Ποιος θα τον αποκαλεί «αγόρι μου» με τόση τρυφερότητα και αγάπη; Ποιος θα τον ρωτάει αν έφαγε; Αν είναι καλά ντυμένος; Ήταν σαράντα χρονών και ακόμα τον ρωτούσε κάθε βράδυ που μιλούσαν στο τηλέφωνο, αν έφαγε καλά, αν ντύνεται καλά, αν έπλυνε τα δόντια του πριν ξαπλώσει…
Η ταινία κόντευε να τελειώσει και το ζευγάρι βρισκόταν σε ένα ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα. Κάπως έτσι φανταζόταν και ο Νίκος το τέλος της μητέρας του. Σε βαθειά γεράματα. Αλλά δεν ήταν ούτε εξήντα καλά καλά. Δεν είχε χαρεί εγγόνια. Δεν είχε απολαύσει άνετα πράγματα στη ζωή της. Ο Νίκος της ανακαίνισε το σπίτι αφού τελικά δέχτηκε τουλάχιστον αυτό, μιας και δεν πήγαινε στο Ψυχικό που έμενε ο γιος της. Της είχε πάρει φούρνο μικροκυμάτων, δεν ήταν σίγουρος αν τον χρησιμοποίησε ποτέ. Της είχε πάρει ένα σωρό πράγματα που θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή της πιο εύκολη. Αλλά αυτή, όταν ο Νίκος πήγαινε κάθε Κυριακή μεσημέρι να φάνε, του έφτιαχνε τον καφέ του στο μικρό γκαζάκι που θυμόταν ο Νίκος να του ζεσταίνει το γάλα κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί.
Η μουσική που συνόδευε τους τίτλους τέλους έβγαλε το Νίκο από τις σκέψεις του. Σηκώθηκε και βοήθησε και τη μητέρα του να σηκωθεί και να βάλει το παλτό της. Την κοίταξε στα μάτια. Και το είδε ότι ήξερε. Δεν είπε τίποτα. Την αγκάλιασε και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού της όπως έκανε εκείνη όταν ο Νίκος ήταν παιδί.
Ένας λυγμός του ξέφυγε.
-Είσαι καλά αγόρι μου;
-Πάμε ένα ταξίδι μάνα; Που θες να πάμε για μερικές μέρες; Οι δυο μας. Της έλεγε και την κρατούσε αγκαλιά μέσα στον κινηματογράφο. Οι άλλοι τους κοίταζαν. Έναν άντρα να αγκαλιάζει μια κυρία ένα κεφάλι κοντότερη και τα μάτια του να είναι δακρυσμένα αλλά η φωνή του να ακούγεται χαρούμενη.
Σκούπισε τα μάτια του, την πήρε από τους ώμους και βγήκαν. Κάλεσε ένα ταξί. Θα φεύγανε μαζί. Για δυο μέρες, δυο βδομάδες, δυο μήνες. Μπορούσε οικονομικά να το κάνει. Να τη βασανίσει δεν μπορούσε. Να τη βάλει να παλέψει σε έναν άνισο αγώνα, δεν μπορούσε.
Έπρεπε να της πει πολλά. Είχε να της πει πολλά. Μπήκαν στο ταξί και έδωσε τη διεύθυνσή της.
Aκούμε το βάλς της Αμελί του Γιαν Τίρσεν...

14 Μαρ 2012

ΕΞΙ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ;

Και έρχονται στο τμήμα για εκπαίδευση φοιτητές της νοσηλευτικής.

Η νοσηλευτική, έχει το εξής παράδοξο στη χώρα μας.
Έχει πανεπιστημιακή σχολή.
Έχει ΤΕΙ
Έχει διετούς σχολές σε κάθε νοσοκομείο που σέβεται τον εαυτό του.
Έχει ιδιωτικές σχολές νοσηλευτικής.
Έχει επαγγελματικό λύκειο με ειδικότητα νοσηλευτή.
Έχει πρακτικούς νοσηλευτές, δεν εννοώ τους αποκλειστικούς νοσοκόμους.

Έχει έξι διαφορετικού επιπέδου σχολές, για το ίδιο αντικείμενο.
Ποιοι είναι αυτοί που είναι οι πιο αδικημένοι;
Οι πανεπιστημιακοί.
Και εξηγούμαι.
Ό οποιοσδήποτε χρειάζεται νοσηλευτή, θα προτιμήσει ένα διετούς ή από ιδιωτική σχολή. Και μάλιστα χωρίς προϋπηρεσία. Γιατί θα είναι φθηνότερος.
Αν πάλι θέλει κάποιον για προϊστάμενο, θα πάρει ένα νοσηλευτή με εμπειρία και πτυχίο. Θα πάρει κάποιον με δέκα τουλάχιστον χρόνια προϋπηρεσία και θα είναι και των ΤΕΙ και θα του έρθει φθηνότερος από το νοσηλευτή του πανεπιστημίου.

Γιατί ποιος θα αναλάβει να προσλάβει ένα νοσηλευτή του πανεπιστημίου όταν θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να τον κάνει προϊστάμενο; Με τη  εμπειρία; Με θεωρητικές γνώσεις μέσα από βιβλία μόνο; Έχει κανείς την εντύπωση ότι βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο, ξέρει τι του γίνεται; Ξέρει να κάνει νοσηλεία; Ξέρει να προσέξει τι και πως;
Όχι.
Θα πρέπει να προσλάβει και έναν έμπειρο για προϊστάμενο. Και συνήθως προσλαμβάνει έναν των ΤΕΙ.
Και ο πανεπιστημιακός μένει άνεργος. Γιατί δεν πάει και ως απλός νοσηλευτής. Όχι, θα του πέσει η μύτη. Και τι κάνει; Μεταπτυχιακό κάνει.

Όλοι οι πτυχιούχοι του πανεπιστημίου της νοσηλευτικής, μα όλοι όμως, κάνουν μεταπτυχιακά, διδακτορικά, διατριβές, τα κέρατά τους τα τράγια, εκτός από πρακτική εμπειρία!

Έτσι έχουμε γεμίσει θεωρητικούς της επιστήμης που είναι καθαρά πρακτική. Έχουμε σε κάθε συνέδριο νοσηλευτικής, πέντε υποψήφιους διδάκτορες που μας φλομώνουν στη θεωρία για πράγματα εξαιρετικά άχρηστα, μη πρακτικά και χωρίς σημασία.

Γιατί για τον  έλληνα γονιό, είναι πιο σημαντικό να πει, το παιδί μου έχει διδακτορικό από το να πει έχει δουλειά. Γιατί η δουλειά θα είναι του επιπέδου του παιδιού μου; Γιατί αν δεν είναι, δε θα την κάνει. Εμάς οι γονείς μας είχαν κέρατα, που σκατοσφουγγάγαμε όλη την Αθήνα ως φοιτητές στη ΣΑΝ;

Έχω ξεσκατίσει, έχω στρώσει, έχω μπανιάρει, όποιον μπορείτε να φανταστείτε που νοσηλεύτηκε στο Γενικό Κρατικό, στο Ιπποκράτειο, στο ΚΑΤ, στον Ευαγγελισμό, όταν ήμουν στο πρώτο, δεύτερο, τρίτο, και τέταρτο έτος της σχολής.

Ειδικά στο τέταρτο έτος, εκπαιδευόμουν στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Ευαγγελισμού, πήγαινα πολύ πρωί, γιατί είχα μάθει από τη σχολή που ξυπνούσα στις πέντε και δέκα. Έτσι αντί να είμαι στον Ευαγγελισμό στις επτά και μισή, ήμουν από τις έξι και μισή. Ένα πρωί, μπαίνω μέσα και βλέπω μια κυρία με κότσο, με γυαλάκια με τη στολή της να πλένει ένα κύριο πέντε φορές μεγαλύτερο σε όγκο από την κυριούλα που φορούσε και το πράσινο το διάφανο για να μη λερωθεί η στολή της. Λέω από μέσα μου, κρίμα τη γριούλα να το κάνει μόνη της, πως θα το γυρίσει στο πλάι αυτό το γομάρι με τόσα σωληνάκια; Και πάω και τη βοηθάω. Και τη βοήθησα και σε όλα τα περιστατικά. Μπανιάραμε μαζί όλη τη ΜΕΘ. Κατά τις έντεκα που τελειώσαμε τα λουτρά καθαριότητας και των δέκα ασθενών, κάνουμε ένα διάλειμμα και μου λέει έλα μαζί μου. Μιλούσαμε όλη την ώρα που μπανιάραμε. Την είχα συμπαθήσει και πήγα μαζί της. Με πήγε σε ένα γραφείο, καθίσαμε, μου έφτιαξε καφέ. Ήταν η προϊσταμένη της ΜΕΘ του Ευαγγελισμού. Είχε τριάντα χρόνια υπηρεσίας, και πτυχία άλλα δυο, πέραν της νοσηλευτικής. Και ξεσκάτωνε μαζί  με τη μαθήτρια. Και μπάνιαρε μαζί με τη μαθήτρια και επιπλέον, δεν έμενε στο γραφείο.

Θα μου πείτε. Βρε σαχλοκούδουνο, δεν την είχες δει τόσες μερες στη ΜΕΘ; Όχι, γιατί έλειπε, δούλευε το σαββατοκύριακο ως αντικαθιστώσα διευθύνουσα και είχε πάρει τα ρεπό της. Και όταν την είδα, μπάνιαρε.

Πες τε μου τώρα εσείς, θα δείτε ποτέ νοσηλεύτρια του πανεπιστημίου να κάνει μπάνιο, ή να καθαρίζει, ή να κάνει νοσηλεία; Όχι. Δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση. Μου είχε έρθει μια για τη θέση της προϊσταμένης πάνω στο γηροκομείο που δούλευα. Μόλις έμαθε ότι είμαι στρατιωτικός, της κόπηκε ο βήχας, είχε έρθει για τη θέση της διευθύνουσας, νόμιζε ότι ήμουν των ΤΕΙ και θα μου έτρωγε τη θέση! Και έριξα και το γέλιο της αρκούδας, γιατί τη ρώτησα πρώτες βοήθειες σε πτώση και έμφραγμα και δεν ήξερε τι να πει.

Και επιστρέφω στο αρχικό θέμα μας.
Δεν είναι δυνατό, να έχουμε τόσες βαθμίδες διαφορετικές για ένα μόνο επάγγελμα. Πρέπει να μπει τάξη στο χάος.

Θα μου πείτε, ότι ο καθηγητής που πρωτοδιορίζεται χωρίς εμπειρία είναι. Ναι, αλλά αν κάνει και κανένα λάθος, δε θα πεθάνει και κάποιος! Αν το κάνει ο νοσηλευτής, θα πεθάνει κάποιος. Και τώρα μπορεί να μη σε νοιάζει, γιατί απλά διαβάζεις το ενδεχόμενο. Θα δεχόσουν όμως ο μπαμπάς σου να είναι σε ένα τμήμα που η προϊσταμένη δίνει οδηγίες για το πώς θα δοθούν τα κάλλια, και να πει να τα δώσει στον μπαμπά σου  bollus; Όχι,  γιατί θα πέθαινε. Όχι μόνο ο μπαμπάς σου αλλά και πέντε άλλοι που θα το επαναλάμβανε. Γιατί η εμπειρία και η πρακτική είναι αυτά που ξεχωρίζουν το νοσηλευτή. Αν ξέρατε πόσοι γιατροί λένε και γράφουν ηλίθιες ή λάθος οδηγίες σε ασθενείς, δε θα περνούσατε έξω από τα νοσοκομεία! Γι αυτό και η προϊσταμένη πρέπει να έχει γνώσεις και εμπειρία. Πρέπει να γνωρίζει, να έχει δει κάτι στην πράξη πολλές φορές, να το κατέχει για να μπορεί να ελέγχει, να δίνει κατευθύνσεις, να διδάσκει, το σημαντικότερο, να προλαμβάνει λάθη.

Πως θα τα κάνει αυτά ένα κοριτσάκι που μόνο έχει διαβάσει για κάτι και δεν το έχει δει ποτέ;

Θα μου πείτε ότι αφού έρχεται στο νοσοκομείο, θα το έχει δει. Αυτό δε σας το είπα και ίσως είναι και το καλύτερο! Έρχονται με μια ρόμπα στις εννέα το πρωί, πάνε για καφέ ως τις έντεκα, παίρνουν ένα φάκελο και κάθονται στο σαλόνι και υποτίθεται ότι μελετούν έναν ασθενή, και στη μία φεύγουν. Στα δωμάτια δεν πάνε. Πάνε μόνο οι φοιτητές της ΣΑΝ που έχουν στρατιωτική εκπαιδεύτρια μαζί τους!

Έρχονται μόνο θεωρητικά, στα χαρτιά, οι τσούπρες του πανεπιστημίου. Και μετά λένε έκαναν και πρακτική! Εκεί να δείτε γέλιο. Εμείς γελάμε γιατί έχουμε μπακ απ, οι άλλοι στα έξω νοσοκομεία, σε μερικά χρόνια, δεν ξέρω τι θα κάνουν!

Και για να μην παρεξηγηθώ, η ΣΣΑΝ είναι πανεπιστήμιο, δηλαδή, οι φοιτητές, σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, όπως οι γιατροί της ΣΣΑΣ. Απλά, κάνουν και στρατιωτικά μαθήματα. Για να μη λέτε ότι τα λέω αυτά, επειδή θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερο των πανεπιστημιακών. Πανεπιστημιακή είμαι και εγώ. Απλά εμένα, μου έπεσε ο κώλος στα μπάνια και τα ξεσκατίσματα. Στη νοσηλεία και τη διευθέτηση θαλάμων. Στο γράψιμο λογοδοσίας και στα ζωτικά. Εμείς οκτώ ώρες στο νοσοκομείο, δουλεύαμε, γι αυτό και οι προϊστάμενες, μόλις βλέπανε φοιτητές της ΣΣΑΝ, έκαναν πάρτυ. Γιατί αν νομίζετε ότι οι νοσηλευτές στα πολιτικά νοσοκομεία, κάνουν μπάνια στους ασθενείς, είστε πολύ γελασμένοι. Αν τα στρατιωτικά νοσοκομεία, έχουν καλή φήμη, δεν είναι επειδή έχουν καινούργια κτήρια, είναι όλα προπολεμικά τα κτήριά μας, αλλά επειδή έχουν πειθαρχία και αρχές και άριστο νοσηλευτικό προσωπικό. Γιατί εκεί απλά εφαρμόζεται η θεωρία. Δεν είναι μόνο θεωρία. Είναι εφαρμοσμένη θεωρία.

Καθημερινά, εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια που είμαι προϊσταμένη, κάνω μαθήματα δέκα λεπτά κάθε μέρα στους νοσηλευτές της κλινικής μου. Όχι γιατί εγώ είμαι καλή και οι άλλες όχι. Απλά έχω συμφέρον. Έχω πολύ καλά συνειδητοποιήσει, ότι ένα πρωί, εμείς οι από τη μέσα μεριά του γκισέ, θα βρεθούμε από την έξω. Θα είμαστε ασθενείς. Θα πρέπει να έχουν τα παιδιά σωστό τρόπο εργασίας και γνώσεις ώστε να νιώθουμε ασφάλεια ως ασθενείς. Και για αυτό το κάνω. Ένα σας λέω. Είμαι προϊσταμένη στο τμήμα που πέθανε ο πατέρας μου. Σκεφτείτε τι αισθάνομαι κάθε μέρα!

Άντε καλημέρα σας τώρα!


Από το Blogger.

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ
ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΙΝΕΨΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΑΚΩΝΕΙ

Αναγνώστες