Πέρασαν εννέα χρόνια.
Εννέα χρόνια που ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε.
Που δεν είχα να μοιραστώ σημαντικές στιγμές της ζωής μου με
κάποιον που πραγματικά με καταλάβαινε.
Που πραγματικά θα με στήριζε.
Που πραγματικά θα είχα έναν ώμο να κλάψω.
Πέρασαν εννέα χρόνια που έκανα τη μεγαλύτερη μαλακία της
ζωής μου.
Τσακώθηκα με την καλύτερή μου φίλη.
Και χώρισαν οι δρόμοι μας.
Και έμεινα μόνη μου και έμεινε μόνη της.
Και ξαναβρεθήκαμε.
Όχι ότι είχαμε χαθεί.
Απλά αυτή νόμιζε πως εγώ ήμουν θυμωμένη μαζί της.
Εγώ νόμιζα πως αυτή ήταν θυμωμένη μαζί μου.
Και ενώ συναντιόμασταν συχνά, δεν κάναμε παρέα.
Πολλές φορές σήκωσα το τηλέφωνο να την καλέσω, αλλά
σκεφτόμουν πως δε θα ήθελε να μου μιλήσει.
Το ίδιο έμαθα πως και αυτή έκανε.
Περάσαμε μόνες μας, χωρισμούς, θανάτους προσφιλών μας
προσώπων, αποτυχίες, χαρές, επιτυχίες.
Και ξαφνικά είμαστε πάλι κολλητές.
Ξαναμιλάμε στο τηλέφωνο τρεις ώρες κάθε μέρα.
Μοιραζόμαστε φόβους, ανησυχίες, θυμούς, άγχη, γκομενικά.
Πάμε ξανά για τα ποτάκια μας.
Γονατίζουμε τα hondos.
Πάμε για ψώνια.
Τα πίνουμε στη βεράντα μου.
Μαλώνουμε, φιλιώνουμε, γελάμε, κοροϊδεύουμε.
Και είμαστε πάλι οι καλύτερες φίλες.
Που πήραμε το μάθημά μας.
Που ότι έχουμε θα το λέμε, έστω και αν θεωρούμε ότι θα
πληγώσουμε η μια την άλλη, ή θα πληγωθούμε εμείς.
Θα μιλάμε.
Για τα πάντα.
Χωρίς ντροπές.
Γιατί η μια είναι ο καθρέφτης της άλλης.
Γιατί η μια είναι η αδερφή της άλλης. Η αδερφή που δεν έχει
τους ίδιους βιολογικούς γονείς αλλά μπορεί να νιώθει, να καταλαβαίνει και να
είναι εκεί για την άλλη.
Η καλύτερή μου φίλη που μου έλειψε όλα αυτά τα χρόνια.
Η καλύτερή μου φίλη που δεν ήταν κοντά μου όταν πέθανε ο
μπαμπάς μου. Όταν τσακωνόμουν με το σύντροφό μου. Όταν χώρισα μαζί του. Όταν
γνώρισα το ξανθό όνειρο. Όταν αυτό χάθηκε. Όταν άλλαξα τμήμα. Όταν έσπασα το
πόδι μου. Όταν έδινε εξετάσεις ο γιος μου και η ψυχή μου χτύπαγε άτακτα. Όταν
πέρασε ο γιος μου. Όταν γράφτηκε στο πανεπιστήμιο. Όταν περπατούσα μόνη στο
νοσοκομείο…
Αλλά τώρα είναι εδώ.
Όπως είμαι και εγώ εδώ για αυτή. Γιατί δεν ήμουν όταν πέθανε
ο μπαμπάς της. Όταν αρρώστησε η μητέρα της. Όταν χώρισε. Όταν ξανάσμιξε. Όταν ο
οριστικός χωρισμός την τσάκισε. Όταν μάζευε τα κομμάτια της. Όταν στάθηκε μόνη
της στα πόδια της. Όταν έφευγε για το εξωτερικό για να δουλέψει. Όταν επέστρεφε
κατάκοπη.
Τώρα, αν μη τι άλλο, έχουμε η μια την άλλη.
Και το ίδιο αισθάνεται και αυτή. Πραγματικά, αυτό το λέμε
κάθε φορά που πίνουμε τον καφέ μας. Ότι ευτυχώς είμαστε ξανά φίλες. Ότι μου
έλειψε. Ότι της έλειψα. Ότι τώρα έχει κάποιον να πει όσα ο σύντροφος δεν πρέπει
να ξέρει. Ότι τώρα έχω κάποιον να του πω όσα ο «…» δεν πρέπει να ξέρει. Να κάνω
τα παράπονά μου, να πω τα κουτσομπολιά μου, να με συμβουλεύσει, να με μαλώσει…
Να της τα χώσω για λάθος κινήσεις. Να της συμπαρασταθώ στον πόλεμο που δέχεται
λόγω των ικανοτήτων της. Να τη βοηθώ στη δουλειά και στο θέμα της μητέρας της.
Να είμαι εκεί να με πάρει τηλέφωνο ότι ώρα και να είναι.
Γιατί εγώ είμαι εδώ για αυτήν και αυτή για μένα!
Καλώς ήρθες φιλενάδα.
(στο είπα πως θα έκαναν ανάρτηση, άρπα την τώρα!!!)































