ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΟΥ!

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού

17 Ιουλ 2012

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΘΟΡΥΒΟΣ (άλλο ένα λογοτεχνικό Σάββατο)

Της κρατούσε το χεράκι της. Το μικρό ντελικάτο χεράκι της. Μόνο μικρό και ντελικάτο δεν ήταν τώρα. Γεμάτο ρυτίδες που συνόδευαν τα 82 της χρόνια. Γεμάτο φλέβες που διαγράφονταν πεντακάθαρα. Γεμάτο σωληνάκια.
Και αυτός ο καταραμένος θόρυβος, μπιπ… μπιπ… μπιπ…  μπιπ…
Έμενε δίπλα της από το ξημέρωμα ως το σούρουπο. Μετά οι νοσοκόμες τον έδιωχναν. Τον έστελναν σπίτι του να ξεκουραστεί. Ήταν και αυτός 85 χρονών. Κουρασμένος όσο και κείνη. Γέρος όσο και κείνη. Μόνος όσο και κείνη. Αυτός στο οικείο σπίτι του, αυτή στο απρόσωπο νοσοκομείο.
Ήταν η σύντροφος της ζωής του. Ήταν το στήριγμα της ζωής του. Ήταν ο έρωτας της ζωής του.Είχαν γνωριστεί  μετά το τέλος του ανταρτοπόλεμου. Αυτή ήταν τότε κοπέλα 19 ετών. Αυτός ότι είχε τελειώσει την 3χρονη στρατιωτική θητεία του.
Ακόμα και στο σπίτι του το μυαλό του ήταν στο νοσοκομείο και σ’ αυτήν. Το πρωί τον βρήκε να ετοιμάζει με σχολαστικότητα τα νυχτικά που θα της πήγαινε. Έβαλε τον καφέ του στο μικρό θερμός και το έβαλε στην τσέπη του. Πήρε τη μικρή τσάντα και έβαλε μέσα τρία νυχτικά. Νυχτικά που ποτέ δεν είχε φορέσει όταν ήταν καλά και όταν τα αγόραζε του έλεγε, «Τα πήρα για το νοσοκομείο. Μην πάθω τίποτα και κάνω ρεζίλι το γιο μας». Και αυτός γέλαγε. Τώρα έβλεπε πόσο δίκιο είχε.
Πήρε το λεωφορείο και το μετρό. Έφτασε στο νοσοκομείο ακριβώς την ώρα που θα της έδιναν τα πρωινά της φάρμακα. Της τα έδωσαν και αυτός της έδωσε δυο σύριγγες με χυμό και νερό μέσω ενός σωλήνα. Μετά κάθισε, έβγαλε το σακάκι του, πήρε το μικρό θερμός και ήπιε μια γουλιά. Της έπιασε το χέρι και της είπε:
«Είδες Μαρία μου; Και τώρα μαζί πίνουμε το καφεδάκι μας».
Της χάιδευε το μικρό ντελικάτο χεράκι της. Γιατί παρά τις ρυτίδες, αυτός έβλεπε το μικρό χεράκι που είχε δει 53 χρόνια πριν στο χωριό του. Το μικρό χεράκι που κρατούσε και χόρευε στο πανηγύρι της Παναγίας. Εκεί την είχε πρωτοδεί. Και εκεί της ζήτησε να της πει το όνομά της. Και την άλλη μέρα της έστειλε προξενιά. Ο πατέρας  της, που είχε άλλες 6 κόρες, δεν το πολυσκέφτηκε. Έδωσε την ευχή του και τον Οκτώβριο στην ονομαστική του εορτή έγιναν οι γάμοι τους.
Ο Δημήτρης την πήρε στο πατρικό του και από την επομένη μέρα,  δούλευαν μαζί στα χωράφια. Δίπλα δίπλα. Να σκαλίζουν, να ξεβοτανιάζουν, να σπέρνει αυτός, να σπέρνει και αυτή. Και το καλοκαίρι να θερίζουν  μαζί, να μαζεύουν το καλαμπόκι, να μαζεύουν κεράσια που η Μαρία του έφτιαχνε γλυκό του κουταλιού να κερνούν τους μουσαφιραίους. Τα Χριστούγεννα του είπε πως ήταν έγκυος. Το Μάιο την κράταγε στην αγκαλιά του που έχανε το μωρό τους. Τα άλλα Χριστούγεννα ξανά ήταν έγκυος. Το ξανάχασε. Και αυτός έκλαιγε, αλλά όχι μπροστά της. Έπαψε να την παίρνει μαζί του στα χωράφια για να μην τον βλέπει που έκλαιγε. Όταν η ίδια το ζήτησε, ξανάρχισαν να δουλεύουν μαζί . Τα λεφτά που μάζευαν για τις γέννες, τους επέτρεψαν να φτιάξουν το σπιτάκι τους καλύτερο.
Της χάιδευε το μαγουλάκι και δεν έβλεπε τη χλωμάδα και την ηλικία της. Έβλεπε το χαμόγελο και τη σπιρτάδα των ματιών που τον μάγεψαν. Τα μάτια που εδώ και δυο μήνες ήταν κλειστά. Ήταν χωρίς λάμψη και που όταν τα άνοιγε δεν τον έβλεπαν με τη λατρεία που είχε συνηθίσει τόσα χρόνια. Μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ…
Το άλλο καλοκαίρι, η Μαρία του είπε ξαφνικά χωρίς γέλια, χωρίς δάκρυα, πως δε θα πήγαινε μαζί του στο χωράφι, γιατί πάλι ήταν έγκυος. Δεν υπήρξαν χαρές, δεν υπήρξαν εκδηλώσεις ελπίδας. Μόνο ένα κούνημα του κεφαλιού και ένα καπέλο γεμάτο βατόμουρα που της έφερε το απόγευμα που γύρισε από τη δουλειά. Ξαναμάζεψαν λεφτά για τη γέννα που για τρίτη φορά δεν έγινε. Το όνειρο της οικογένειας είχε πετάξει μακριά τους. Το είχαν πάρει απόφαση πως θα ήταν οι δυο τους. Αγόρασαν ένα μικρό οικοπεδάκι και το έκαναν τον κήπο του σπιτιού τους. Σ’ αυτόν τον κήπο, η Μαρία φύτεψε λουλούδια, μια κερασιά, και μια μουριά. Σ’ αυτόν τον κήπο έβαζε ντομάτες και αγγούρια, φύτευε κολοκυθάκια και πιπεριές, μαϊντανό και κρεμμυδάκια. Ένα μικρό τμήμα το έκανε όλο φασολάκια που μεγάλωναν γρήγορα και ο Δημήτρης τους περνούσε ψηλότερα καλάμια. Την έβλεπε με τη λευκή μαντίλα της που έκρυβε τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της να ποτίζει, να μαζεύει, να τακτοποιεί τον κήπο της και τη χαιρόταν όσο τίποτα.
Τώρα τα μαλλιά της ήταν κοντά και λευκά. Και αυτός ο καταραμένος θόρυβος ήταν εκεί, μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ…
Της έλεγε τα νέα του. Πως πέρασε τη νύχτα που έφυγε. Τι νέα είχε από το γιο τους. Το γιο τους…
Οκτώ χρόνια μετά το γάμο τους, και αφού είχε χαθεί κάθε ελπίδα να δημιουργήσουν μια πολυμελή οικογένεια, η Μαρία για τέταρτη φορά του είπε πως είναι έγκυος. Ήταν σχετικά μεγάλη. Πάλι δεν υπήρχαν χαρές και αγκαλιάσματα. Ξέρανε και οι δυο πως ίσως να μην τους έφερνε το μωρό που τόσο λαχταρούσαν και οι δυο. Η Μαρία μετά την τρίτη αποβολή, έπαψε να γελά και να αστειεύεται. Έπαψε να πηγαίνει στις αδερφές της που είχαν παιδιά. Δεν πολυπήγαινε επισκέψεις. Προτιμούσε να κάθεται και να κεντά. Αρχικά ήταν μερικά παιδικά ρουχαλάκια, τώρα ήταν καρέ και τραπεζομάντηλα για το σπίτι. Παρότι ήταν έγκυος, δεν άλλαξε τις συνήθειές της. Δεν πήγαινε παρά μόνο στην εκκλησία και τους γονείς της. Αλλά η εγκυμοσύνη προχωρούσε κανονικά. Πέρασε ο τέταρτος μήνας και μπήκε στον πέμπτο. Μια αγωνία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Κάθε φορά που ο Δημήτρης  γυρνούσε από το χωράφι και την έβλεπε να κεντά κάτω από τη μουριά, έβγαζε ένα βαθύ αναστεναγμό. Η Μαρία άρχισε ξανά να τον υποδέχεται με χαμόγελο. Η κοιλιά της μεγάλωνε, ξανάρχισαν να μαζεύουν λεφτά για τη γέννα. Και τα έδωσαν για τη γέννα. Και η Μαρία ξανάγινε αυτή η χαρούμενη κοπέλα που παντρεύτηκε. Το αγοράκι τους ήταν τόσο ήσυχο και καλόβολο που η Μαρία πήγαινε πάλι μαζί με τον άντρα της στα χωράφια. Του έβαζε μια κουβερτούλα κάτω από το δέντρο και αυτή θέριζε με τον άντρα της. Τραγουδούσε και το μωρό σταματούσε τα κλάματά του. Όταν ξεκίνησε το σχολείο, η Μαρία καθόταν και διάβαζε μαζί του. Είχε πάει μόνο δημοτικό, αλλά αγαπούσε τα γράμματα. Έπαιρνε τα βιβλία του Κώστα και μόλις τον έβαζε για ύπνο, διάβαζε με τη μικρή λάμπα, συλλαβιστά συλλαβιστά όλο το βιβλίο. Και κάθε βράδυ άλλο. Μέχρι που έπαψε να συλλαβίζει και να βάζει το δάκτυλό της κάτω από τα γράμματα. Ο Κώστας τέλειωσε το δημοτικό και πήγε στην πόλη για το γυμνάσιο. Η Μαρία ήθελε να σπουδάσει. Ο Κώστας φαινόταν να τα παίρνει τα γράμματα. Του νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε ένα σπίτι κοντά στην αδερφή της Μαρίας και του έβαλαν κρεβάτι, ένα μεγάλο τραπέζι να διαβάζει δίπλα στο παράθυρο και μια σόμπα γιατί ο χειμώνας ήταν εξίσου βαρύς και στο χωριό και στην πόλη. Όμως το γυμνάσιο είχε έξοδα. Και η Μαρία ξερίζωσε τα λουλούδια από τον κήπο του σπιτιού της και έβαλε μαϊντανό και σέλινο και κάθε Τετάρτη πήγαινε στην πόλη στη λαϊκή και πουλούσε τα ματσάκια για να ενισχύσει το οικογενειακό εισόδημα. Τα χέρια της σκλήρυναν από τη δουλειά στα χωράφια και τον κήπο της.
Ο Δημήτρης της χάιδευε τα χέρια που δεν είχαν σκληρίες πια, που ήταν μαλακά, άτονα και χωρίς δύναμη, της έκανε ασκήσεις στα χέρια και τα πόδια και την τάιζε το μεσημέρι που ερχόταν το φαγητό της.  Της έδινε τις σύριγγες και της μιλούσε. Για τις αδερφές της και τα εγγόνια τους. Για τους χωριανούς και τα κουτσομπολιά. Για τα πολιτικά και οικονομικά δρώμενα της χώρας. Βοηθούσε τις νοσηλεύτριες να την ντύσουν, έβαζε το προηγούμενο νυχτικό σε μια σακούλα και το έβαζε στην τσάντα του. Έβαζε κρύο νερό στο ποτήρι δίπλα από το κρεβάτι της, άνοιγε και έκλεινε τις κουρτίνες του δωματίου ανάλογα με τον ήλιο, της διάβαζε ειδήσεις από τις εφημερίδες. Και αυτός ο καταραμένος θόρυβος εκεί. Μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ…
Όταν ο Κώστας τέλειωσε το γυμνάσιο και ήθελε να σπουδάσει, ο Δημήτρης ήξερε πως με τα χρήματα από το χωράφι και τον κήπο της Μαρίας δε θα μπορούσαν να συντηρήσουν το γιο τους στην Αθήνα. Ο Δημήτρης έφυγε για την αθήνα  να βρει δουλειά. Η Μαρία έμεινε πίσω. Αλλά δεν είπε τίποτα. Έκρυψε το φόβο της, έκρυψε τη στενοχώρια της, έκρυψε τη μοναξιά της και χαμογέλασε και στους δυο όταν έφυγαν για την Αθήνα. Πήρε το γράμμα που έλεγε πως ο Κώστας πέρασε στην ιατρική και έκλαιγε συνέχεια από χαρά, από συγκίνηση, από περηφάνια. Πήρε και το γράμμα που της έστειλε ο Δημήτρης που της έλεγε πως βρήκε δουλειά σε ένα φορτηγό που μετέφερε εμπορεύματα και θα ήταν μούτσος. Δεν της άρεσε. Τι δουλειά είχε ένας βουνίσιος στα καράβια; Έκλαψε. Πολύ. Από φόβο, από αγωνία, από μοναξιά, από ανησυχία. Δεν άφησε όμως σε κανένα γράμμα που έστελνε στο Δημήτρη να φανούν τα συναισθήματά της. Συνέχισε να φροντίζει τον κήπο αλλά πήγαινε και μόνη της στα χωράφια. Δεν ήξερε πολλά και γι’ αυτό έβαζε φασόλια, καλαμπόκι, πιπεριές και έκανε τα χωράφια ένα μεγάλο μποστάνι που τόσα χρόνια είχε μάθει πώς να φροντίζει τα φυτά του. Και κάθε Τετάρτη πήγαινε στην πόλη και πούλαγε την πραμάτεια της. Τα λεφτά που έστελνε ο Δημήτρης από τα καράβια, έφταναν και περίσσευαν, αλλά αυτή τι άλλο να έκανε μόνη της στο χωριό; Τα βράδια διάβαζε τα γράμματα που της έστελνε ο Δημήτρης και βιβλία που της έστελνε ο Κώστας. Και κοιμόταν με δάκρυα στα μάτια.
Και τώρα δάκρυζαν τα μάτια της. Ο Δημήτρης της τα σκούπιζε τρυφερά, της μιλούσε γλυκά να μη στενοχωριέται γιατί θα στενοχωριέται και αυτός. Της μιλούσε για τα ταξίδια που έκανε και τις πόλεις που βγήκε και γνώρισε, όπως έκανε κάθε βράδυ από τότε που γύρισε κοντά της. Της έφτιαχνε τις κουβέρτες, της άλλαζε θέση στο κρεβάτι. Και το μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ… εκεί.
Όταν ο Κώστας πήρε το πτυχίο του, η Μαρία με τα χρήματα που μάζεψε τα χρόνια που δούλευε το μεγάλο μποστάνι της, είχε ένα μεγάλο κομπόδεμα. Ο γιος τους βρήκε αμέσως δουλειά, ο Δημήτρης γύρισε από τα καράβια και τώρα η Μαρία είχε το σύντροφό της. Είχαν μεγαλώσει και οι δυο. Ήταν πάνω από πενήντα, κοντά στα εξήντα. Ο Δημήτρης άρχισε να πηγαίνει στο καφενείο του χωριού, η Μαρία σταμάτησε να πηγαίνει στη λαϊκή, έπλεκε και κεντούσε και έκανε δώρα σε όλο το χωριό. Σε λίγα χρόνια βγήκαν και οι δυο στη σύνταξη. Ο γιος τους είχε πάρει ειδικότητα, με τα χρήματα της Μαρίας αγόρασε ένα διαμέρισμα, έφτιαξε  ιατρείο και δούλευε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Μόλις ο Κώστας παντρεύτηκε, μετακόμισαν στην Αθήνα για να βοηθάνε τη νύφη τους που δούλευε και να κρατάνε τα εγγόνια. Η νύφη τους δούλευε στο ίδιο νοσοκομείο με τον Κώστα.
Στο ίδιο νοσοκομείο που η Μαρία κείτονταν σε ένα κρεβάτι μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό. Στο ίδιο νοσοκομείο που ο Δημήτρης πήγαινε κάθε μέρα για να πιει τον καφέ του μαζί με τη γυναίκα του παρ’ ότι αυτή δεν το ήξερε. Το ήξερε αυτός και ήταν το ίδιο. Στο ίδιο νοσοκομείο που ο γιος τους και η νύφη τους περνούσαν αμέσως μόλις ερχόταν το πρωί και πριν φύγουν  το μεσημέρι από τη δουλειά τους για το σπίτι τους . Που και αυτοί άκουγαν αυτόν τον καταραμένο θόρυβο,  μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ…
«Μπαμπά», του είπε μια μέρα ο Κώστας, «γιατί δεν αφήνεις τα κορίτσια να κλείσουν αυτόν τον εκνευριστικό θόρυβο; Δε σε ενοχλεί αυτό το μπιπ συνέχεια;»
«Όχι αγόρι μου, αυτός ο εκνευριστικός θόρυβος που λες εσύ,
αυτό το καταραμένο μπιπ,
κάθε μπιπ,
μου λέει πως η καρδιά της χτυπά και είναι ακόμα κοντά μου»,
 του είπε, και ο Κώστας έφυγε με σκυμμένο κεφάλι.
Και ο καταραμένος θόρυβος συνέχιζε, μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ… μπιπ…

14 Ιουλ 2012

ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (μπαγιάτικο λογοτεχνικό Σάββατο)


Καθόταν στη βεράντα και χάζευε το ολόγιομο φεγγάρι.
Έπινε με μικρές γουλιές το κρασί της και κοίταζε το φωτεινό δίσκο. Της φαινόταν λίγο μελαγχολικό.
Είχε ζέστη και στα γύρω μπαλκόνια οι γείτονες είχαν βγάλει τηλεοράσεις, είχαν ανάψει κεριά, είχαν φέρει φίλους. Γελούσαν, μιλούσαν, τσακώνονταν… ζούσαν.
Αυτή μόνη της. Ο υπολογιστής δίπλα της κλειστός. Το τηλέφωνο χωρίς ήχο. Το κινητό απενεργοποιημένο.
Στο μυαλό της αντηχούσαν τα λόγια του. «Είσαι σίγουρα έγκυος; Έχεις κάνει τέστ; Γιατί υποθετικά δε μιλώ…».
Όχι δεν ήταν σίγουρη δυο βραδιές πριν. Όχι δεν είχε κάνει τεστ δυο βραδιές πριν. Και ναι αυτή μιλούσε υποθετικά.
Σήμερα όμως το πρωί είχε κάνει τεστ. Ήταν πλέον σίγουρη.  Και δε μιλούσε, πλέον, υποθετικά.
Αλλά, πολύ απλά δεν ήξερε τι να κάνει.
Η ώρα περνούσε. Το ποτήρι της άδειασε. Μπήκε στην κουζίνα, πήρε το μπουκάλι που είχε ανοίξει πριν και το έβγαλε στη βεράντα. Άνοιξε τον υπολογιστή της. Το ξανάκλεισε.
Δεν έλεγξε τα τηλέφωνα. Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Μόνο με τον εαυτό της.
Είχε φτάσει σε ένα σταυροδρόμι. Ήταν επίσημα και ανεπιστρεπτί έγκυος. Ίσως πάνω από έξι εβδομάδων. Ήταν επιβεβαιωμένο από το τεστ του φαρμακείου και τον καθηγητή που είχε ακούσει το σύντροφό της να παινεύει στην κουμπάρα του για τις γνώσεις και τις ικανότητές του. Τον είχε επισκεφθεί εκείνο το πρωί. Είχε κάνει τεστ αίματος, είχε κάνει υπέρηχο, είχε πάρει την κάρτα του για να τον ειδοποιήσει όποια και αν ήταν η απόφασή της.
Της είχε μιλήσει σαν πατέρας, παρά την πολύ μικρή διαφορά ηλικίας που είχαν. Της εξήγησε τους κινδύνους, τις χαρές, τις δυσκολίες, τα έξοδα. Το μόνο που δεν την απασχολούσε ήταν τα έξοδα.
Και έφυγε από το δημόσιο νοσοκομείο. Την είχαν γνωρίσει. Της είχαν φωνάξει να γυρίσει, αλλά έκανε πως δεν άκουσε. Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Να εξηγήσει τι έκανε εκεί ενώ ο σύντροφός της δεν ήταν πλέον γιατρός στο νοσοκομείο αυτό για αρκετά χρόνια. Έφυγε και γύρισε στο σπίτι της, αρκετά χιλιόμετρα μακριά, με τα πόδια. Και ας έκαιγε ο ήλιος. Και ας ήταν αποπνικτική η ατμόσφαιρα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Στο μυαλό της άκουγε τη φωνή του γιατρού που της έλεγε «Συγχαρητήρια κυρία μου, είστε έγκυος!». Και έβλεπε την έκφραση απορίας του, όταν την είδε, με την απάθεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
Έφτασε αργά το μεσημέρι στο σπίτι της. Ήθελε ένα τσιγάρο. Δεν το άναψε. Ήταν έγκυος. Δεν ήξερε τι θα έκανε. Αν το κρατούσε, θα το πλήγωνε με τη νικοτίνη. Δεν το άναψε. Αντίθετα, ήπιε νερό και έστυψε ένα χυμό. Έβαλε το κλιματιστικό και ξάπλωσε.
Κοιμήθηκε. Πολλές ώρες. Τα όνειρά της είχαν γέλια και κλάματα παιδικά. Είχαν μικρά παχουλά χεράκια που σε αγκάλιαζαν. Είχαν μικρές πατουσίτσες που προσπαθούσαν να κάνουν βήματα. Είχαν αγκαλιές και ταχταρίσματα. Και ξύπνησε όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει.
Έβγαλε τον υπολογιστή στη βεράντα με ένα γλυκό χαμόγελο, έκλεισε τα τηλέφωνα, κάθισε λίγο στο ίντερνετ και μετά έκλεισε τον υπολογιστή.
Το φεγγάρι ανέτειλε λαμπερό και ολόκληρο από τον Υμηττό. Το κοιτούσε με ένα χαμόγελο νικήτριας.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά τρελά. Θα μπορούσε να πάρει ένα χάπι που της είχαν δώσει όταν πρωτάρχισε να κάνει εκτακτοσυστολική αρρυθμία. Αλλά προτίμησε να πιει ένα ποτήρι κρασί. Να χαλαρώσει και να μην επιβαρύνει τον οργανισμό της και το μωρό.
Ήταν αρκετά χρόνια μαζί με το σύντροφό της. Αλλά ποτέ αυτός δεν έκανε νύξη για κάτι πιο σοβαρό πέρα από μια σχέση. Που ήταν προσωρινή. Τόσο προσωρινή που είχε αντέξει πέντε χρόνια. Και αυτή δεν ήθελε γάμο. Είχε τόσα προβλήματα οικογενειακά και οικονομικά ο σύντροφός της που ποτέ δε θα επισημοποιούσε κάτι που θα την έβαζε σε τέτοιο λούκι. Αυτό όμως ο σύντροφός της δεν έπρεπε να το μάθει.
Ήταν μεγάλη. Κόντευε τα σαράντα. Θα ήθελε ένα παιδί. Αλλά όχι να το μεγαλώσει μόνη της. Θα ήθελε μια μέρα να έχει ένα μικρό ανθρωπάκι να τρέχει καταπάνω της και να την αγκαλιάζει με όλη  την αγάπη του κόσμου. Θα ήθελε ένα μικρό χαριτωμένο παιδάκι που θα του χάριζε όλη της τη στοργή, την τρυφερότητα, τη φροντίδα και την αγάπη που τόσο άπλετα μπορούσε να δώσει.
Τι θα συνέβαινε όμως, αν αποφάσιζε να κρατήσει αυτό το παιδί;
Ο σύντροφός της, της είχε δηλώσει ξεκάθαρα, δυο βραδιές πριν,  πως δεν ήταν σε οικονομική και συναισθηματική θέση να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Πράγμα που σήμαινε ότι αυτός θα έφευγε και θα το μεγάλωνε μόνη της. Δεν ήταν καν σίγουρη πως θα αναγνώριζε το παιδί ως δικό του ώστε να έχει όνομα πατρός.  Πράγμα που θα έκανε το παιδί αντικείμενο χλευασμού στο σχολείο, ήξερε πόσο σκληρά είναι τα παιδιά. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να το αναθρέψει μόνη της.
 Να πληγώσει τη μητέρα και όλη την οικογένειά της. Σκέφτηκε τον κοινωνικό περίγυρο και τα σχόλια που ίσως για την ίδια την Όλγα να μην είχαν σημασία, αλλά είχαν για τη μητέρα της. Που ζούσε στην περιοχή όλη της τη ζωή και που οι φίλες και οι γνωστοί της κάνανε παρέλαση κάθε απόγευμα από το σπίτι της. Θα τη σκότωνε τη μητέρα της να έχει ένα νόθο. Και δεν είχε άλλον από τη μητέρα της.
Το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη της. Το φεγγάρι είχε περάσει πάνω από την πολυκατοικία της και δεν το έβλεπε. Οι άνθρωποι στα μπαλκόνια νύσταξαν και ξάπλωσαν. Παντζούρια έκλειναν, συναγερμοί ενεργοποιούνταν, κεριά έσβηναν, οι φωνές και οι ομιλίες έσβησαν. Μια ζεστή ησυχία απλώθηκε. Αλλά η  Όλγα δεν το είχε καταλάβει έτσι όπως ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της.
Αν πάλι ο σύντροφός της, αποφάσιζε να παντρευτούν, τα προβλήματα θα ήταν διαφορετικά. Ναι μεν  το παιδί θα ήταν με  όνομα και οικογένεια, δε θα πάθαινε εγκεφαλικό η μητέρα της από την αναπάντεχη εγκυμοσύνη, όμως, ο σύντροφός της δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στην Όλγα τη ζωή που είχε μάθει. Θα ένιωθε άσχημα που η γυναίκα του θα είχε διπλάσιο και βάλε μισθό από τον ίδιο. Θα δούλευε πολύ περισσότερες ώρες, θα έλειπε από το σπίτι, για να καλύψει την οικονομική διαφορά τους και έτσι θα ήταν απών από τη ζωή του παιδιού. Άσε που μπορεί να έβλεπε την εγκυμοσύνη ως τέχνασμα δικό της για να τον τυλίξει… Μπορεί να ένιωθε εγκλωβισμένος, μπορεί να ένιωθε δέσμιος και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αποξένωση και τέλος τη συνύπαρξη μεν, όχι όμως και ουσιαστικό γάμο. Και η Όλγα, ημίμετρα ποτέ δεν ήθελε.
Η κίνηση στην παρακείμενη λεωφόρο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Κανένα αυτοκίνητο δεν πέρασε από το δρόμο εδώ και πολύ ώρα, αλλά η Όλγα δεν είχε πάρει είδηση. Τόσο απορροφημένη ήταν. Το κρασί στο μπουκάλι είχε φτάσει στη μέση. Καθόταν στην ίδια θέση και κοίταζε την ακρόπολη με τα πόδια στο τραπέζι, πάνω από τέσσερις ώρες.
Η δικιά της ευρύτερη οικογένεια, δε θα έβλεπε με καλό μάτι το γάμο της. Θα θεωρούσαν το γιατρό ως οπορτουνιστή και προικοθήρα. Θα προσπαθούσαν να της κάνουν πλύση εγκεφάλου να τον χωρίσει. Θα της θύμιζαν περιστατικά που γι αυτή δεν είχαν σημασία, αλλά για τους άλλους είχαν.
Η δική του οικογένεια που από την αρχή δεν την είδε με καλό μάτι, θα τον έπρηζαν λέγοντας πως η καπάτσα τον τύλιξε. Θα του έβαζαν λόγια για την Όλγα. Τους είχε μάθει καλά τα τελευταία χρόνια, παρά τις ελάχιστες επαφές τους. Βλέπεις, κάθε επίσκεψη του συντρόφου της  στο πατρικό του, κατέληγε σε καυγά πότε με τον πατέρα του (πιο συχνά), πότε με τη μητέρα του (σπάνια), πότε με τον αδερφό του, πότε με τη γιαγιά του, πότε με τους θείους του… Και ο σύντροφός της, της εξιστορούσε τα πάντα με την παραμικρή λεπτομέρεια. Τις ύβρεις, τις φωνές, τις χειροδικίες. Και αυτή τον άκουγε και τον παρηγορούσε.
Θα μπορούσε να αντέξει η Όλγα για μια ζωή ένα εχθρικό περιβάλλον τόσο για την ίδια όσο και για το παιδί της;
Όχι βέβαια. Ήταν η τελευταία ευκαιρία της για τεκνοποίηση. Ήταν αρκετά νέα ακόμα για να μπορεί να το μεγαλώσει. Ήταν ώριμη και γεμάτη από εμπειρίες. Δεν είχε ανεκπλήρωτα απωθημένα...
Αν δεν ήταν έγκυος όλα θα ήταν πιο εύκολα. Όσο άντεχε η σχέση της θα διατηρούνταν. Μετά θα ήταν ελεύθερη να ζήσει όπως ήθελε.
Αν δεν ήταν έγκυος δε θα πλήγωνε κανένα και κυρίως τη μητέρα της.
Αν δεν ήταν έγκυος θα μπορούσε να τερματίσει τη σχέση της μόλις θα το αισθανόταν η ίδια.
Αν δεν ήταν έγκυος, δε θα είχε υποχρεωτικές συναναστροφές με την απαράδεκτη οικογένεια του συντρόφου της, που θεωρούσαν ότι μόνο η πριγκίπισσα του Μονακό έκανε για τον κανακάρη τους!
Αν η σχέση της με τον παρόντα σύντροφό της διαρκούσε, που ήδη είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία φίλων και συγγενών, όταν θα τερματιζόταν, ίσως η Όλγα να μην είχε πλέον τη δυνατότητα της τεκνοποίησης. Ακόμα και τώρα που ήταν έγκυος, ίσως ήταν θαύμα. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε παρόμοια …επιπλοκή.
Ξημέρωνε. Όλη τη νύχτα η Όλγα ήταν στη βεράντα με ένα μπουκάλι κρασί. Ο ουρανός χάραζε και δειλά δειλά κάποια φώτα άναβαν στα διαμερίσματα. Αυτοκίνητα άρχιζαν να περνούν στη λεωφόρο. Είχε εκπληκτική δροσιά που  συνέφερε την Όλγα. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν πέντε το πρωί.
Σηκώθηκε και πήρε την τσάντα της. Βρήκε την κάρτα του καθηγητή της γυναικολογίας. Άνοιξε το κινητό της. Δώδεκα αναπάντητες κλήσεις. Δεν τις έλεγξε καν. Πέρασε το κινητό του γιατρού στη μνήμη με το όνομα μιας φίλης της που είχε πεθάνει.
Άνοιξε το σταθερό τηλέφωνο. Το λαμπάκι των αναπάντητων κλήσεων αναβόσβηνε σαν τρελό. Έλεγξε τις κλήσεις. Ο σύντροφός της, της είχε τηλεφωνήσει τέσσερις φορές. Η τελευταία πριν μισή ώρα.
Του τηλεφώνησε. Δεν κοιμόταν.
-        Που ήσουν; Ανησύχησα.
-        Μου ήρθε περίοδος, πονούσα και κοιμήθηκα όλη τη μέρα
-        Ουφ, είχα ένα άγχος… Με τρέλανες με αυτά που μου είπες προχθές. Είδες που δεν πρέπει να μιλάμε επί υποθετικού;
-        Θα πάω το πρωί στη δουλειά να υπογράψω κάτι χαρτιά και θα φάω το μεσημέρι με την Ντίνα. Θα αργήσω. Εσύ τι ώρα θα αποδεσμευτείς από την εφημερία;
-        Κανονικά στις τρεις θα φύγω, αλλά μου είπε ο Γιώργος ότι θέλει βοήθεια σε ένα χειρουργείο στο Ιατρικό και θα πάω να τον βοηθήσω. Ότι ώρα τελειώσω θα έρθω από κει.
-        Ωραία. Λέω να ξαπλώσω λίγο ακόμα και μετά να πάω στην εταιρεία. Θα τα πούμε το βράδυ. Φιλιά.
-        Φιλιά.
Έπιασε το κινητό, έβαλε υπενθύμιση στις εννέα. Ξάπλωσε. Θα είχε μια πολύ επώδυνη μέρα. Έπρεπε να πάει να πάρει μετρητά, να πάει στο νοσοκομείο, να συνεννοηθεί με τον καθηγητή, να πάνε μαζί στο ιδιωτικό νοσοκομείο, να τελειώνει, να συνέλθει, να γυρίσει σπίτι της…
Το μικρό, ροζ ή γαλάζιο της όνειρο, θα παρέμενε όνειρο.
Χωρίς μωρό. Χωρίς παιδικές αγκαλιές. Χωρίς άγχος. Χωρίς λόγια…
Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και μες την ησυχία της νύχτας, πήρε την απόφασή της… 

11 Ιουλ 2012

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΙΧΑΝ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ (λογοτεχνικό Σάββατο)


Όλη της η ζωή ήταν μια περιπέτεια.
Έφυγε με την υποτροφία από την Ελλάδα για να πετύχει. Και ίσως να ήταν πετυχημένη.
Έφτασε στη Νέα Υόρκη χωρίς να γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα. Εγκαταστάθηκε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Έπαιρνε δυο μετρό και ένα λεωφορείο για να πάει στα μαθήματα του πανεπιστημίου και έπρεπε να κουβαλά όλον τον εξοπλισμό της μαζί και ας ταξίδευε δυο ώρες κάθε μέρα μέχρι τον προορισμό της. Η οικογένειά της δεν μπορούσε να της στείλει περισσότερα χρήματα. Και με αυτά τα λίγα πορευόταν.
Σε δυο μήνες βρήκε δουλειά σε μια γκαλερί. Αυτό τη βοήθησε να ζει πιο αξιοπρεπώς, αλλά δεν τη βοήθησε να μετακομίσει πιο κοντά στο πανεπιστήμιο, γιατί ναι μεν τα χρήματα της έφταναν πια, και ζήτησε να σταματήσουν οι δικοί της να της στέλνουν, αλλά αν ήταν κοντά στο πανεπιστήμιο, θα ήταν μακριά από τη δουλειά. Συμβιβάστηκε με το να μείνει σε ένα λίγο καλύτερο ξενοδοχείο κοντά στη δουλειά που της επέτρεπαν κιόλας να ανεβαίνει στην ταράτσα να ζωγραφίζει.
Και σήμερα εκεί ήταν. Είχε στήσει το καβαλέτο της, είχε απλώσει γύρω της τους πτυσσόμενους πάγκους της με τα χρώματα της. Είχε τα πινέλα της σε αρρωστημένη σειρά. Τι σόι ζωγράφος ήταν αυτή με τόσες εμμονές και τόσες ψυχαναγκαστικές ιδιαιτερότητες, ήταν κάτι που πολλές φορές αναρωτιόταν. Συνήθως, οι ζωγράφοι ήταν εξαιρετικά ανοργάνωτα άτομα. Στην Ειρήνη όμως άρεσε η τάξη. Το εργαστήριό της στο πανεπιστήμιο ήταν καθαρό, τακτοποιημένο, ήταν υπόδειγμα τάξης και καθαριότητας.
Από μικρή ήταν έτσι. Η τάξη της έδινε την αίσθηση του κίτρινου χρώματος της ώχρας. Η αταξία της δημιουργούσε την αίσθηση του κόκκινου της φωτιάς. Χρώμα που δύσκολα χρησιμοποιούσε. Που προσπαθούσε να αποφεύγει έτοιμο, προτιμούσε να το δημιουργεί.
Ήταν πολύ θυμωμένη. Πράσινο έντονο ήταν το χρώμα που έβλεπε σε όλα τα πράγματα όταν ήταν θυμωμένη. Πράσινο, όσο και να κοίταγε τον ουρανό, δεν έφευγε.
Ήταν ακόμα πολύ πρωί και είχε ψύχρα. Ήταν όμως καλά ντυμένη. Έπρεπε άλλωστε. Το χειρουργείο την προηγουμένη, της επέβαλλε να είναι καλά ντυμένη και να τρέφεται σωστά για μερικές μέρες.
Ο ψυχικός της κόσμος ήταν ένα συνονθύλευμα χρωμάτων. Μαύρο της απελπισίας, κόκκινο του πάθους, πράσινο του θυμού, σκούρο μπλε της θλίψης, κίτρινο της αισιοδοξίας, καφέ των τύψεων. Οι άλλοι συμφοιτητές της είχαν άλλη άποψη για τα χρώματα και απέδιδαν τις ιδιομορφίες της τη μοναδικότητά της στο μεσογειακό της ταπεραμέντο…
Έσφιξε τη ζακέτα της γύρω από το σώμα  της. Το σώμα που τόσο βάναυσα ταλαιπώρησε πριν 24 ώρες. Κοίταξε την κοιλιά της. Επίπεδη. Το στενό τζιν την κολάκευε. Είχε πολύ λεπτό σωματότυπο.
Αυτός ο σωματότυπος ήταν που έφερε κοντά της τον Γκρεγκ. Ό Γκρεγκ ήταν ένας από τους καθηγητές του πανεπιστημίου. Νέος,  όμορφος, επιτυχημένος, γοητευτικός, με τις κατάλληλες διασυνδέσεις. Και με μια πανέμορφη και πλούσια σύζυγο που βοήθησε πολύ στην επιστημονική καριέρα και την κοινωνική καταξίωση του συζύγου της. Και πολύ χαζή για να καταλάβει τις απιστίες του γοητευτικού και ταλαντούχου συζύγου της.
Ο Γκρεγκ γοητεύτηκε από τη νέα ελληνίδα. Του θύμιζε τη γιαγιά του που συχνά του έλεγε ιστορίες από την Ελλάδα. Γκρεγκ από το Γρηγόρης όπως ο παππούς του. Τρίτη γενιά μεταναστών ο καθηγητής, με τη δικαιολογία πως η νεαρή ελληνίδα είχε το τσαγανό της γιαγιάς του, βοήθησε να βρεθεί δουλειά για την Ειρήνη, να τακτοποιήσει διάφορα έγγραφα και διαδικασίες, να βρει λογιστή και σαν ανταπόδοση ζήτησε ένα δείπνο μαζί του. Και το δείπνο έφερε τη βόλτα στο σέντραλ παρκ, η βόλτα έφερε την επίσκεψη στο μητροπολιτικό μουσείο τέχνης, το μουσείο τέχνης την παράσταση της Κάρμεν στην όπερα της Νέας Υόρκης και η όπερα το κύλισμα των δυο κορμιών στα σεντόνια στο δωμάτιο της Ειρήνης.
Και αυτό κράτησε δυο χρόνια. Δυο χρόνια που η Ειρήνη πάλευε ανάμεσα στη γνώση και τον έρωτα. Γνώση στο πανεπιστήμιο, έρωτα στα κρυφά. Ανάμεσα στην επιτυχία και τη ζήλεια. Επιτυχία στις εργασίες στο πανεπιστήμιο και ζήλεια που δεν μπορούσε να έχει τον Γκρεγκ δικό της. Ανάμεσα στο φθόνο και στην απόγνωση. Φθόνο από τους συμφοιτητές που πολύ γρήγορα ξεχώρισε η ευρωπαία με τη βοήθεια του καθηγητή που είχε επίσης ελληνική καταγωγή και απόγνωση πως η σχέση με έναν παντρεμένο δεν οδηγεί πουθενά.
Η Ειρήνη έπιασε και τοποθέτησε τον καμβά στο καβαλέτο. Τον χάιδεψε όπως έκανε πάντα. Πέρασε το χέρι της πάνω από την επιφάνειά του σαν να προσπαθούσε να της πει ο καμβάς τι θα ήθελε να έχει επάνω. Σα να ήθελε να τον καλοπιάσει που θα του χάλαγε το αψεγάδιαστο λευκό του. Κοίταξε άλλη μια φορά τη μέρα που χάραζε. Το δεκαόροφο ξενοδοχείο ήταν κοντά στο Μανχάταν. Πολύ πολύ κοντά. Όμως μερικά ψηλότερα κτήρια έκοβαν τη θέα στους δίδυμους πύργους του ήταν το σήμα κατατεθέν. Ο ήλιος που ανέτειλε, βόηθαγε στην επιλογή χρωμάτων και ο ψυχρός ακόμα αέρας της νύχτας την κρατούσε σε επαγρύπνηση παρόλο που δεν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ.
Η ώρα ήταν επτά. Η πόλη άρχιζε σιγά σιγά να ξεκινά τους ξέφρενους ρυθμούς της. Άρχιζαν να ακούγονται κορναρίσματα. Ο κόσμος ξυπνούσε και πολλοί ξεκίναγαν τη μέρα τους με τρέξιμο. Περνούσαν στους δρόμους τρέχοντας και οι ταξιτζήδες τους τιμωρούσαν με μακρόσυρτα κορναρίσματα. Σκυλιά γάβγιζαν. Τα αφεντικά τους τα έβγαζαν βόλτα πριν φύγουν για τις δουλειές τους.
Εικόνες που η Ειρήνη ήθελε να βάλει στο μεγάλο πίνακα που ήθελε να δημιουργήσει.
Ετοίμασε την παλέτα της και πήρε το μεγάλο πινέλο για να φτιάξει το φόντο. Χωρίς να το σκεφτεί, πήρε και άπλωσε στον καμβά ένα έντονο γαλάζιο. Σαν το πουκάμισο του Γκρεγκ τη μέρα που τη κάλεσε στο γραφείο του για να τη ρωτήσει δήθεν για τη πολιτιστική και δη την εικαστική κατάσταση στην Ελλάδα. Γαλάζιο σαν το βλέμμα του που κάθισε πάνω της και ήταν τόσο διεισδυτικό που ένιωθε ότι έφτασε στα μύχια της καρδιά της. Άπλωνε το χρώμα και θυμόταν τα γέλια και τα σχόλια που έκανε ο Γκρεγκ για όσα του έλεγε για τη σχολή καλών τεχνών και τις ανύπαρκτες  ευκαιρίες για τους πτυχιούχους. Θυμόταν πως σκοτείνιασε το βλέμμα του όταν του είπε που έμενε. Θυμήθηκε πως την κάλεσε μια βδομάδα μετά και τη σύστησε σε μια απόφοιτη του πανεπιστημίου που διεύθυνε μια γκαλερί και χρειαζόταν μια ξεναγό. Θυμήθηκε την ευγνωμοσύνη  που ένιωσε και το χαμόγελό του όταν τον κοίταξε στα μάτια με τόση χαρά.
Θυμήθηκε την πρώτη μέρα στη γκαλερί και το πόσα έμαθε μέσα σε λίγες ώρες. Θυμήθηκε την έκπληξή της όταν της είπαν το μισθό που θα έπαιρνε. Θυμήθηκε την έκπληξη και τη χαρά της μητέρας της όταν το άλλο πρωί της τηλεφώνησε για να της πει τα νέα.
Θυμήθηκε τη χαρά με την οποία διάλεγε τα ελληνικά προϊόντα από το ντελικατέσεν για να φτιάξει ένα καλάθι ευχαριστίας για τον Γκρεγκ. Θυμήθηκε την  έκπληξή του όταν του το πήγε και την ερώτησή του για τον λογιστή που έπρεπε να βρει γιατί τώρα θα έπρεπε να κάνει φορολογική δήλωση κάθε τρεις μήνες. Θυμήθηκε το γέλιο του όταν τον κοίταξε με διάπλατα ανοιγμένα μάτια γιατί δε φαντάστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Θυμήθηκε τον τρόπο που την αγκάλιασε από τους ώμους, την οδήγησε στο γραφείο του και της έδωσε μια κάρτα ενός λογιστή. Θυμήθηκε πως του είπε πως δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει για ότι έκανε για αυτή και θυμήθηκε πως σκοτείνιασε το πρόσωπό του και της είπε πως αυτός ήξερε πως θα τον ευχαριστούσε. Ήθελε να δειπνήσουν ένα βράδυ μαζί.
Και θυμήθηκε πως άρχισαν όλα. Άπλωσε πάνω στον καμβά ένα απαλό ροζ, σαν το φόρεμα που έβαλε το βράδυ που βγήκαν μαζί για πρώτη φορά. Σαν το τραπεζομάντηλο που είχε το ιταλικό εστιατόριο που την πήγε. Σαν το συναίσθημα που ένιωσε όταν  έπινε το κόκκινο κρασί και γέλαγε με τα αστεία του Γκρεγκ για τα έργα μερικών συμφοιτητών της.
Άπλωσε σκούρο μπλε όπως ο ουρανός το βράδυ που άργησε στο εργαστήριό της και όταν πήρε το δρόμο της επιστροφής για το ξενοδοχείο της. Σαν το φόβο της όταν κάποιος σταμάτησε το αυτοκίνητό του δίπλα της πριν φτάσει στη στάση του λεωφορείου. Σαν την ανακούφιση όταν είδε τον Γκρεγκ στο τιμόνι. Σαν το χρώμα του αυτοκινήτου του που την πήγε ως το Μανχάταν και της πρότεινε μια βόλτα στο σέντραλ παρκ. Σαν τη μαγεία που ένιωθε δίπλα του και δεν μπόρεσε να του αρνηθεί. Σαν το χρώμα της λίμνης που γύρω της, στο μικρό μπιστρό, έφαγαν.
Άπλωσε κόκκινο στον καμβά. Σαν τα παπούτσια που φορούσε το βράδυ που τον συνόδευσε στη μητροπολιτική όπερα να δουν μια παράσταση με τα μεγαλύτερα ονόματα διεθνώς. Σαν το φόρεμα της Κάρμεν την ώρα της σύλληψής της. Σαν τη ζεστασιά της παλάμης του Γκρεγκ όταν της έπιασε το χέρι στο μέσον της άριας του δον Χοσέ. Σαν την προσμονή που την γέμισε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Σαν το φιλί που της έδωσε όταν την άφησε στην πόρτα του ξενοδοχείου της. Σαν το χτύπημα στην πόρτα της λίγο αργότερα, όταν ανίκανη να κοιμηθεί, είχε καθίσει στο παράθυρό της και ανέπνεε τον κρύο αέρα για να συνέλθει. Σαν το πάθος που όλη τη νύχτα τους κρατούσε αιχμάλωτους στο διπλό κρεβάτι. Σαν το αίμα που κυλούσε από τα χείλη της όταν τα δάγκωνε από ηδονή.
Άπλωσε κίτρινο. Ζωηρό, φωτεινό, έντονο. Όπως ό ήλιος το άλλο πρωί που τον ξεπροβόδισε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Όπως έβλεπε τη ζωή κάθε μέρα όταν ήξερε πως η καρδιά της άνηκε σε αυτόν τον άντρα. Όπως οι κριτικές που έπαιρνε από τους καθηγητές της. Όπως οι μέρες που ξέκλεβαν μαζί για μικρές αποδράσεις στη θάλασσα ή το βουνό. Όπως τα δώρα που της έκανε. Όπως νόμιζε πως θα ήταν η ζωή της.
Άπλωσε λευκό. Όπως στάσιμη παρέμενε η σχέση τους. Λίγες ώρες, στην καλύτερη, ένα διήμερο κλεμμένες από μια πραγματική ζωή. Λευκά όπως έμεναν τα περισσότερα βράδια της. Λευκό όπως το μαξιλάρι πάνω στο οποίο έπνιγε τους λυγμούς και στέγνωνε τα δάκρυά της.
Άπλωσε μαύρο. Σαν τις μαύρες σκέψεις της να τον χωρίσει και να τον έχει δικό της. Σαν το κινητό της που χρησιμοποιούσε να του στέλνει μηνύματα μέσα στη νύχτα όταν ήξερε πως θα προβλημάτιζαν τη γυναίκα του. Όπως τα σημάδια που άφηνε στα πράγματά. Όπως το κουτί που πέταξε τα αντισυλληπτικά της χάπια.
Άπλωσε πράσινο. Όπως ο θυμός της όταν της είπε πως το παρατραβά. Όπως ο θυμός του όταν του είπε πως είναι έγκυος. Όπως τα πλακάκια στο χειρουργείο που έκανε την έκτρωση μια πέρα πριν.
Άπλωνε χρώματα και πινελιές μέχρι να τελειώσουν τα χρώματα ή απόγνωσή της. Η ώρα ήταν δέκα. Δέκα το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Δυο ώρες πριν δυο αεροπλάνα είχαν πέσει στο βόρειο και νότιο πύργο του διεθνούς κέντρου εμπορίου. Η Ειρήνη όμως δεν το ήξερε αυτό. Δεν είχε τηλεόραση στην ταράτσα του ξενοδοχείου της. Είχε άδεια από τη δουλειά της λόγω του χειρουργείου της, δε θα πήγαινε στο πανεπιστήμιο γιατί δεν ήθελε να δει τον Γκρεγκ, άκουγε τις σειρήνες και τα ελικόπτερα αλλά αυτού του είδους η τρέλα ήταν συνηθισμένη στη Νέα Υόρκη.
Άπλωνε τα χρώματά της με πάθος. Με πόνο. Πόνο που θα έπρεπε να μάθει να ζει χωρίς τον Γκρεγκ. Χωρίς τον έρωτά του, χωρίς το γέλιο του, χωρίς το παρηγορητικό του αγκάλιασμα. Με απελπισία. Είχε πέσει τόσο χαμηλά για έναν άντρα. Για να μην τον χάσει και τον έχασε οριστικά. Είχε υποτιμήσει τη δύναμη του χρήματος και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Είχε υπερτιμήσει την δύναμη του πάθους. Είχε υποτιμήσει τη δύναμη του κατεστημένου. Με απόγνωση. Είχε τολμήσει να ρισκάρει μια εγκυμοσύνη που ίσως να κατάφερνε να κερδίσει το αντικείμενο της αγάπης της. Αλλά έχασε. Έχασε τον Γκρεγκ, έχασε τον αυτοσεβασμό της. Έχασε το παιχνίδι και θα έχανε και τη ζωή της αν έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Το μήνυμα ήταν πεντακάθαρο. Το έπιασε αμέσως. Έχασε και το παιδί. Συνειδητά. Με σταθερά βήματα περπάτησε στο νοσοκομείο, με σταθερή φωνή είπε ότι ήθελε να κάνει έκτρωση. Με σταθερή φωνή απέκρουσε ένα σωρό προτάσεις από κοινοτικούς φορείς και κοινωνικούς λειτουργούς. Με σταθερό βήμα έφτασε το προηγούμενο βράδυ στο ξενοδοχείο της. Και εκεί λύγισε. Άφησε όλα τα δάκρυα που προσεκτικά κράταγε να ξεχυθούν ελεύθερα. Όλη τη νύχτα.
Και το πρωί βρήκε παρηγοριά στο μόνο πράγμα που μπορούσε. Στη δημιουργία.
Ζωγράφιζε για να ξορκίσει τη μοναξιά. Για να εξιλεωθεί για τις ποταπές πράξεις της να παγιδεύσει κάποιον. Για να ζητήσει συγνώμη από το αγέννητο παιδί της. Για να πάρει κουράγιο να συνεχίσει να τον βλέπει χωρίς να κόβονται τα πόδια της. Για να γεμίσει την άδεια καρδιά της.
Ζωγράφιζε σχεδόν τρεις ώρες. Έκανε πίσω να δει και να αξιολογήσει το έργο της μέχρι τώρα. Ή ώρα ήταν 10:24, είδε τις σκληρές γραμμές αλλά τις άφησε γιατί ήθελε να δώσει ένα τόνο σκληρότητας, είδε τα απαλά χρώματα, ροζ, γαλάζιο, κίτρινο, μπλε. Είδε το κόκκινο που την παρέσυρε, τις όμορφες πινελιές που μπλέκονταν με άλλα χρώματα και έφτιαχνα μωβ, πορτοκαλί, καφέ…
Η ώρα ήταν 10:28. Ο βόρειος πύργος των διδύμων πύργων κατέρρευσε και μερικά λεπτά αργότερα και ο νότιος. Ένα πυκνό κύμα σκόνης σηκώθηκε και κάλυψε τη Νέα Υόρκη για αρκετά τετράγωνα από σημείο των πύργων. Η Ειρήνη είχε την πλάτη της γυρισμένη στους πύργους και στα αυτιά της τα ακουστικά για να ακούει μουσική και δεν είδε το σύννεφο με τη σκόνη. Ήταν απορροφημένη με το να αξιολογεί την πρόοδο της δουλειά της.
Και ενώ εκτιμούσε τα χρώματα ένα μαύρο πράγμα σκέπασε τα πάντα και τα χρώματα χάθηκαν.
Έχασε τις αισθήσεις της. Συνήλθε λίγη ώρα αργότερα. Τα πάντα ήταν γκρίζα. Το καβαλέτο είχε πέσει. Ο πίνακας είχε ένα στρώμα στάχτης επάνω. Τα τραπέζια με τα χρώματα και τα πινέλα είχαν πέσει και είχαν σκορπίσει παντού. Ο πίνακας ήταν εκεί. Τον πήρε και προσπάθησε να τον τινάξει. Τα χρώματα είχαν πάψει να υπάρχουν…

9 Ιουλ 2012

ΦΑΣΚΕΛΟ...


Ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Αλλά επειδή γράφω από άλλο υπολογιστή, το δικό μου τον έδωσα για σέρβις, δεν μπορώ να βάλω λινκ γιατί δε θυμάμαι πως μπαίνει…

Η φίλη Έλενα με κάλεσε σε ένα παιχνίδι που απαιτεί να σας πω πέντε αλήθειες μου για το καλοκαίρι. (εξ ου και το φάσκελο)

Και φυσικά, μπλογκοπαίχνιδο και δε θα το παίξω;;; Αν πείτε όχι, τότε δε με ξέρετε καθόλου!

Έχομεν και λέμεν…

1.    Καλοκαίρι σημαίνει θάλασσα. Καλοκαίρι σημαίνει ήλιος, ζέστη τρελή, μυρωδιά αντηλιακού, άμμος παντού, ζεστός φραπές, σουντόκου και βουτιές δροσιάς στο γαλάζιο νερό μόλις η ζέστη βαρέσει κόκκινο.




2.    Διάλειμμα στο γαλάζιο όνειρο, τουλάχιστον μια βδομάδα στις εξωτικές Καρδιτσίους νήσους. Εκεί, δροσιά, ένα και μοναδικό τζιτζίκι στο χωριό, κρύο μόλις πέσει ο ήλιος, ανηφοροκατηφόρες και θέα η λίμνη να καθρεφτίζει το ασημένιο φεγγάρι.



3.    Καλοκαίρι σημαίνει, άδειες. Χαμός για τις ρυθμίσεις του προσωπικού, αγωνία δική μου για να μην αδικήσω κανέναν, να μην αρρωστήσει κανείς, να λείψω χωρίς πρόβλημα.



 
4.    Το καλοκαίρι έχει γεύση καρπουζιού παγωμένου. Έχει μυρωδιά ντοματοσαλάτας, έχει γλύκα παγωτού βανίλια, σε μεθάει με παγωμένη μαργαρίτα. Σε κοιμίζει με μουσική που ακούς από το παρακείμενο μπαράκι. Σε διασκεδάζει με τα λιγοστά θερινά σινεμά. Και κυκλοφορείς σε άδειους δρόμους  στην Αθήνα. Τουλάχιστον μέχρι πέρυσι. Φέτος δεν ξέρω. Θα σας πω.
5.    Αγωνία για το αν θα περάσει αρκετά μαθήματα στην  εξεταστική το παιδί. Για το αν κοιμάται καθόλου το παιδί στις διακοπές του. Αν θα μεθάει κάθε βράδυ. Αν θα προσέχει. Αν θα τρώει. Αν θα του φτάσουν τα λεφτά. Αν θα απαντάει στα τηλέφωνα της μάνας. Αν θα περάσει καλά. 

Ευχαριστώ Έλενα...




5 Ιουλ 2012

ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ (λογοτεχνικό σάββατο)


Γύρισε και κοίταξε το Νίκο. Του πετούσε την μπάλα. Όχι πολύ δυνατά, ίσα που να του έρθει στα χέρια. Την έπιασε και την πέταξε πίσω στο Βασίλη. Αυτός την έπιασε και την πέταξε στην Άννα. Αυτή την έχασε και έβγαλε μια τσιρίδα που τα αγόρια όταν ήταν μόνα τους, την κορόιδευαν. Έτρεξε και την έπιασε. Την ξαναπέταξε στο Στάθη και αυτός πίσω στο  Νίκο και αυτός στον  Αντώνη. Ο Αντώνης του χαμογέλασε και το παιχνίδι συνεχίζονταν. Ο ήλιος ανέβηκε πολύ ψηλά. Η Άννα γκρίνιαζε. Ήθελε να πάνε κάπου σκιερά. Όλοι το ήθελαν και ο Αντώνης το ήθελε. Όμως μέσα στο δάσος, γύρω από το απομονωμένο σπίτι των γονιών του Αντώνη, το έδαφος δε θα επέτρεπε να πάει το καροτσάκι του.

Όλοι ξεκίνησαν για το δάσος με την Άννα να έχει την μπάλα και να τρέχει χαχανίζοντας. Τα αγόρια άρχισαν να την κυνηγούν.

Ο Νίκος πλησίασε τον Αντώνη, πήγε από πίσω του και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι του προς την κεκλιμένη ράμπα που είχε φτιάξει ο πατέρας του Αντώνη όταν μετά και από το τελευταίο χειρουργείο, κάθε ελπίδα έσβησε…

Έσπρωξε το καροτσάκι με τον Αντώνη στη σκιερή βεράντα. Του έβαλε το φρένο και μπήκε στο σπίτι. Η μητέρα του Αντώνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη. Ο Νίκος έκανε πως δεν το είδε.
- Μήπως έχετε κάτι δροσερό κυρία Ελένη;
- Πήγαινε έξω αγόρι μου και θα σας φέρω. Είστε όλοι ή μόνο εσείς οι δυο;
- Μόνο εμείς κυρία Ελένη…

Και ξαναβγήκε έξω. Κάθισε δίπλα στον Αντώνη.
- Πήγαινε να παίξεις με τους άλλους στο δάσος, του είπε ο Αντώνης.
- Σώπα καλέ… θα σκάσω, εδώ θα μείνω να ξεκουραστώ. Η μαμά σου μας φέρνει χυμούς. Και σιγά μη χάσω το χυμό  για να ακούω τις τσιρίδες της Άννας!
- Είσαι φίλος ρε Νίκο.
- Και συ ρε Αντώνη…

Και οι δυο φίλοι, κάθισαν μέχρι αργά το απόγευμα στη βεράντα του σπιτιού του Αντώνη. Ήπιαν χυμούς, έφαγαν, έπαιξαν ντάμα, γκρινιάρη, προσπάθησαν  να μάθουν τάβλι, αλλά τα οκτώ χρόνια τους, δεν τους άφηναν μυαλό για να παρακολουθήσουν τις οδηγίες που έδινε ο πατέρας του Αντώνη…Τελικά και ώρα πολλή μετά που οι υπόλοιπα χαιρέτησαν από μακριά όπως έφευγαν για τα σπίτια τους, έφυγε και ο Νίκος.

Και ο Αντώνης έμεινε να κοιτά τον πατέρα του που έγραφε, που διάβαζε, τη μητέρα του που έραβε και που και που του χαμογελούσε.
Ο Αντώνης δεν άντεχε το βλέμμα της. Τον πόνο της και τη θλίψη της που το παιδί της, θα ήταν καθηλωμένο για πάντα σε μια αναπηρική πολυθρόνα… έσκυβε και διάβαζε.

Μέσα από τα βιβλία, ταξίδευε σε χώρες που είχαν πάψει να υπάρχουν. Γινόταν αυλικός στην αυλή του Αζτέκου αυτοκράτορα Μοντεζούμα. Γινόταν ένας από τους τέσσερις σωματοφύλακες. Κυνηγούσε το Μόμπυ Ντικ. Πετούσε με μαγικό χαλί. Έκανε παρέα με τη μικρή γοργόνα και βοηθούσε τον κοντορεβυθούλη να βρει το δρόμο του…

Και όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, ο πατέρας του τον πήγαινε αγκαλιά στο κρεβάτι του.  Και εκεί τα όνειρα συνεχίζονταν. Εκεί ο Αντώνης έτρεχε, εκεί ο Αντώνης, έπαιζε και έπιανε την μπάλα πηδώντας ψηλά. Έπαιζε μήλα, έπαιζε κρυφτό, έτρεχε μαζί τους μέσα στο δάσος,  σκαρφάλωνε στα δέντρα, κυνηγούσε σκίουρους και πηδούσε στο ποτάμι από πέτρα σε πέτρα, γλίστραγε, έπεφτε στα νερά, σκαρφάλωνε στην όχθη και γυρνούσε λασπωμένος σπίτι για να ακούσει τις γκρίνιες της μητέρας  του…

Και το πρωί ξανακαθόταν στην καρέκλα με τις τέσσερις ρόδες που τα τελευταία πέντε χρόνια είχαν γίνει οι μόνιμοι σύντροφοί του. Το ταξίδι με το αυτοκίνητο του μπαμπά του μέχρι το σχολείο, η επιστροφή με τη μαμά και το μικρό σαραβαλάκι της,  φαγητό, διάβασμα, και μετά στη βεράντα συντροφιά με τα βιβλία του. Αφού δεν είχε κάτι άλλο να κάνει, διάβαζε, διάβαζε, διάβαζε… Κάποιες φορές  όταν δεν είχαν πολύ διάβασμα, ο Νίκος και τα άλλα παιδιά έρχονταν και κάθονταν μαζί του. Ο Νίκος πολύ πιο συχνά από τους άλλους και ο Νίκος ήταν και ο φίλος του στο σχολείο. Τον έβγαζε στο διάλειμμα με την τροχήλατη καρέκλα του, τον έτρεχε γύρω γύρω στο προαύλιο, του έδινε χαρτάκια με αστεία στην τάξη, και μερικές φορές, καθόταν στα πόδια του Αντώνη και ο Αντώνης γύρναγε τις ρόδες και κάνανε το γύρο του προαυλίου και ξεκαρδίζονταν στα γέλια…

Πέντε χρόνια από τότε που ο Αντώνης έπαθε οστεομυελίτιδα και άρχισαν οι βασανιστικές θεραπείες και τα χειρουργεία. Οι πόνοι, τα τρυπήματα, οι πυρετοί, η απογοήτευση…

Ένα χρόνο τώρα το πήραν απόφαση. Ο πατέρας του Αντώνη άφησε τη θέση του στην επιχείρηση και γύρισε στη μικρή επαρχιακή πόλη  και ανέλαβε τη μικρή επιχείρηση του πατέρα του. Αγόρασε μια αγροικία που ήταν στα περίχωρα της μικρής πόλης και όλη η οικογένεια προσπαθούσε να ξεχάσει τα νοσοκομεία και τα τέσσερα χρόνια που πέρασε μέσα-έξω σε αυτά…

Ώσπου μια μέρα ο πατέρας του γύρισε στο σπίτι νωρίτερα και κλείστηκε στην κουζίνα με τη μητέρα του Αντώνη. Ο Αντώνης ανησύχησε. Έβγαλε το φρένο και  σιγά σιγά, κύλισε την καρέκλα δίπλα στην κουζίνα. Δεν μπορούσε να ακούσει καλά. Μόνο δυο τρεις κουβέντες. Χειρουργείο, φυσικοθεραπεία, μεταλλικά εμφυτεύματα (δεν ήξερε τι ήταν αυτά), καθηγητής. Άκουσε τη μητέρα του να κλαίει, να λέει πως δεν μπορεί να τον υποβάλλει σε νέες ταλαιπωρίες. Άκουσε τη λέξη απογοήτευση.

Κατάλαβε. Κύλησε πάλι το καροτσάκι του στη βεράντα. Έπιασε το βιβλίο του. Ήταν του Ιουλίου Βερν. Από τη γη στη σελήνη.  Αν αυτοί μπήκαν σε μια μπάλα να πάνε στο φεγγάρι, αυτός δε θα πολεμούσε να  σηκωθεί από την καρέκλα του;

Περίμενε να βγουν οι γονείς του έξω. Δεν τους είπε τίποτα. Περίμενε να δει τι θα του πουν αυτοί. Δε μίλησαν καθόλου. Μόνο που τα κόκκινα μάτια της μητέρας του τα έλεγαν όλα. Το φόβο, την αγωνία, την ελπίδα, την απογοήτευση…

Και μίλησε αυτός.

- Μαμά, θα το κάνω. Τι είχα, τι έχασα. Αν περπατήσω θα είναι θαύμα. Αν όχι, θα πάρουμε μεγαλύτερη καρέκλα. Αυτή αρχίζει και με στενεύει λίγο.

Αυτά είπε. Τίποτα άλλο. Ο πατέρας του τον αγκάλιασε. Και έκλαιγε σιωπηλά. Όπως πάντα.

Έφυγαν την άλλη μέρα για την Αθήνα. Το νοσοκομείο μεγάλο, απρόσωπο. Οι νοσηλευτές και οι γιατροί, λιγομίλητοι. Οι γονείς με την απόγνωση και την απορία στο πρόσωπο. Ο Αντώνης χαμογελαστός και ελπίζοντας.

Τη μέρα του χειρουργείου, πριν φύγει, χτύπησε το τηλέφωνο του πατέρα του. Ο πατέρας του το σήκωσε και το έδωσε στον Αντώνη. Ήταν ο Νίκος. Είχε μάθει από τον παππού του Αντώνη ότι θα έκανε άλλη μια εγχείρηση και του τηλεφώνησε να του ευχηθεί καλή επιτυχία. Εκεί ο Αντώνης λιποψύχησε. Βούρκωσε. Ένας κόμπος του έκλεισε το λαιμό. Αν πετύχαινε η εγχείρηση, θα έτρεχε μαζί με το Νίκο. Αν όχι, θα συνέχιζε να τον τσουλά ο Νίκος…

Στο χειρουργείο ο αναισθησιολόγος του είπε να σκεφτεί όμορφα πράγματα. Ο Αντώνης σκεφτόταν το Νίκο, το δάσος, τα δέντρα, τα πουλιά που πετούσαν ανέμελα πάνω από τα δέντρα και έβλεπαν τα πάντα από ψηλά. Αυτός ο μικρός οκτάχρονος Αντώνης έβλεπε τον κόσμο από τα ογδόντα εκατοστά της αναπηρικής παιδικής πολυθρόνας του. Ο Αντώνης σκεφτόταν ότι πολεμούσε και νικούσε ένα μεγάλο δεινόσαυρο.

Και μετά ξύπνησε. Οι γονείς του δε μιλούσαν. Χαμογελούσαν. Όχι μόνο με τα χείλη αλλα και με τα μάτια. Ο Αντώνης κατάλαβε. Χαμογέλασε. Ας πονούσε. Ας ένιωθε ξερό το στόμα του. Ας δίψαγε. Χαμογέλασε. Θα το περνούσε και αυτό.

Και μετά ακολούθησαν οι φυσικοθεραπείες. Επίπονες. Κουραστικές. Συνεχείς. Πρωί απόγευμα.

Ο παππούς του Αντώνη έφτασε μια μέρα με ένα μεγάλο κουτί. Είχε μέσα κάρτες και δώρα από το Νίκο και τους συμμαθητές του. Αγκάλιασε τον Αντώνη και του άδειασε το κουτί στα πόδια του Αντώνη. Και αυτός διάβαζε τις κάρτες. Χάιδευε τα βατράχια, έπαιζε με τα αρκουδάκια, προσπαθούσε να λύσει τον κύβο του ρούμπικ και κράτησε την κάρτα του Νίκου δίπλα από το μαξιλάρι του.

Πέρασαν τρεις επίπονοι μήνες. Και έφτασε η μέρα που ο Αντώνης χαιρέτησε τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τους φυσικοθεραπευτές και έφυγε για το χωριό του. Πέρασε από το σχολείο μπροστά. Ρώτησε τον μπαμπά του τι ώρα ήταν. Ο πατέρας του του είπε. Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για το τελευταίο διάλειμμα.
- Μπαμπά μπορούμε να σταματήσουμε;
- Φυσικά αγόρι μου.

Μερικά λεπτά αργότερα, χτυπούσε κάποιος την πόρτα της τρίτης δημοτικού. Η δασκάλα άνοιξε πριν καλά καλά καταλάβουν οι μαθητές τι έγινε. Και μια φωνή ακούστηκε.

- Μάγκες πάμε για μπάλα; Μου την έταξε ο Νίκος όταν ήμουν στο νοσοκομείο!

Έγινε πανζουρλισμός. Οι δυο φίλοι αγκαλιάστηκαν και γέλαγαν. Όλοι χειροκροτούσαν. Ο Αντώνης έφυγε.

Γύρισε στο αυτοκίνητο. Ο μπαμπάς του τον περίμενε.
- Τι έγινε Αντώνη; Γιατί δεν κάθισες κι άλλο;
- Γιατί θα έρθουν όλοι στο σπίτι μετά το σχολείο. Ο Νίκος μου έταξε μπάλα αν μπορώ να τρέξω να την πιάσω.


Όταν ο Νίκος και όλοι οι φίλοι τους ήρθαν στο σπίτι το απόγευμα, τίποτα δε θύμιζε τα μίζερα απογεύματα που τέσσερα υγιή παιδιά έπαιζαν με ένα άλλο παιδάκι σε αναπηρική πολυθρόνα. Ο Αντώνης τους περίμενε στην πόρτα. Έτρεξε όταν τους είδε από μακριά. Λίγο άγαρμπα, αλλά έτρεξε. Ο Νίκος έφτασε πρώτος με μια καινούργια μπάλα με ένα κόκκινο φιόγκο.

- Στην έταξα, στην έφερα. Πως αισθάνεσαι;
- Σα να περπατώ πάνω από τις κορυφές των δέντρων, φιλαράκι, και  κλώτσησε την μπάλλα.

1 Ιουλ 2012

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ

Δεν ξέρετε την Ολυμπία; δείτε το παρακάτω βίντεο και θα σας λυθούν όλες σας οι απορίες. Δείτε το μέχρι το τέλος. Αξίζει.


Καλό μήνα, με υγεία και προσοχή στον ήλιο. Η ηλιακή ακτινοβολία είναι αθροιστική, μην το ξεχνάτε!!!
Από το Blogger.

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ
ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΙΝΕΨΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΑΚΩΝΕΙ

Αναγνώστες