Την Πέμπτη το πρωί, φεύγοντας για τη δουλειά, διαπίστωσα ότι
το προηγούμενο βράδυ, δεν είχα πατήσει το κουμπί έναρξης του πλυντηρίου πιάτων,
οπότε, πατάω το κομβίο και αναχωρώ για την εργασία μου…
Μέχρι εδώ ουδέν το αξιοπερίεργο. Κανονίζω στη δουλειά και
τέσσερις το απόγευμα θα ερχόταν ένας φίλος να με επισκεφτεί με μια φίλη μου.
Ε, λέω ας φύγω από τη δουλειά νωρίς να είμαι στην ώρα μου
στο σπίτι.
Φτάνω, μπαίνω στο σπίτι και αντικρίζω τη λίμνη Πλαστήρα.
Προφανώς της έλειψα και ήρθε να με επισκεφτεί, έχω να πάω στο εξοχικό από τον
περασμένο Οκτώβριο.
Γδύνομαι και αρχίζω να μεταμορφώνομαι από κυρά σε δούλα.
Βλέπεις, η δούλα έρχεται κάθε σαββατοκύριακο για να είμαι και εγώ εκεί. Και που
χρόνος να περιμένω να έρθει!
Μαζεύω τα νερά, σφουγγαρίζω, αδειάζω το ντουλάπι κάτω από το
νεροχύτη και διαπιστώνω πως έχει φύγει ένα κομμάτι σωλήνα και αναπαύεται πάνω
στα μπουκάλια με το λάδι!
Και εκεί χτυπάει το κουδούνι
και έρχονται οι φίλοι μου. Τους
περνώ στη βεράντα, φτιάχνω καφέ, και εξιστορώ το πάθημά μου. Κύριος ο φίλος,
πάει και ρίχνει μια ματιά. Φυσικά όλα έλαμπαν γιατί τα είχα καθαρίσει. Μύριζαν
και πορτοκάλι γιατί έβαλα τέτοιο αρωματικό στο νερό που έπλενα το ντουλάπι.
Κάνει κάτι μαγικά και μου λέει: χάλασε η τσιμούχα (;) και στάζει το σιφώνι (;) και θέλει και
σιλικόνη (;)! (γιατί; Έχει σκληρές άκρες και δε στρώνει η κουπ;)
Και παίρνει την τσιμούχα να αγοράσει άλλη να έρθει να την
αλλάξει το πρωί πριν πάει στην Ελευσίνα που δουλεύει την επομένη το πρωί στις
πέντε παρά τέταρτο το πρωί.
Και μετά, όπως μου είπε, θα είναι όλα τέλεια…
Το ίδιο βράδυ είχα μια μάζωξη στον πύργο με τέσσερις όχι
κούκλους, καρακούκλαρους άντρες και μια γυναίκα θύελλα και γύρισα σπίτι στις
τρεις και μισή!
Ξύπνησα όμως στις πέντε παρά τέταρτο και περίμενα σαν την
άδικη κατάρα το φίλο να φτιάξει τη βλάβη.
Εσείς ήρθατε; Ούτε αυτός!!!
Έφυγα για τη δουλειά, κομμάτια από την αϋπνία, δούλευα με
σκοπό να φύγω στις δύο για να κοιμηθώ.
Έλα όμως που η μάνα της κολλητής μου έπαθε πνευμονία από
εισρόφηση και την έφερε στο τμήμα μου! Έφυγα για χάρη της φιλενάδας, στις πέντε
μισή. Φτάνω σπίτι στις έξι, κάνω ένα ντουζ και πέφτω για ύπνο.
Και ξυπνώ σήμερα Σάββατο στις έξι παρά δέκα. Κοιτώ το ρολόι,
παθαίνω ένα πατατράκ, νόμιζα πως ήταν Παρασκευή και άργησα να ξυπνήσω για τη
δουλειά. Κάνω μπάνιο, ντύνομαι, πάω να βαφτώ, ας ανάψω φως γιατί δεν έβλεπα,
φως γιοκ!
Χωρίς φως. Γαμώτο… κοιτώ στο διάδρομο φως δεν έχουν. Το
ασανσέρ όμως έχει φως αλλά δε λειτουργεί.
Κατεβαίνω στον έβδομο, χτυπώ το κουδούνι, χτυπάει. Το δικό
μου δε χτυπούσε. Πάω στον έκτο, ούτε εκεί χτυπά το κουδούνι.
Ανεβαίνω πάλι στον όγδοο και πάω να πάρω το κινητό το οποίο
έχει κλείσει γιατί δεν είχε μπαταρία. Ακούω και τις καμπάνες να χτυπούν, μου
έρχονται τα γίδια και καταλαβαίνω πως είναι Σάββατο, οπότε γδύνομαι γιατί
φορούσα τη στολή, βάζω το νυχτικό και κάθομαι στη βεράντα.
Πάει η ώρα οκτώ. Κατεβαίνω στο διαχειριστή, φτάνω στον έκτο,
βγαίνει η γυναίκα με ρωτά αν έχω ρεύμα. Κάνουμε ένα μίνι κουσκουσάκι…
Πάω στον πέμπτο έχει φως κανονικά. Πάω στον τέταρτο, δεν
έχει. Έχει όμως τηλέφωνο και έχει ειδοποιήσει και τη ΔΕΗ.
Ξανανεβαίνω στον όγδοο. Στις εννέα, έρχεται το ρεύμα. Βάζω
το κινητό να φορτίσει και ετοιμάζομαι για να πάω να ψωνίσω.
Έπρεπε και να λειτουργεί το ασανσέρ, πώς να ανεβάσω στον
όγδοο κρέατα, ψάρια και λαχανικά;;;
Τέλος πάντων, φτιάχνεται το ασανσέρ, πάω να ψωνίσω και
περνάω και από ένα υδραυλικάδικο!
Μπαίνω με έναν αέρα μέσα και λέω του ανθρώπου ότι χάλασε η
τσιμούχα στο σιφώνι κάτω από το νεροχύτη και θέλω ανταλλακτικό και σιλικόνη. Με
κοιτά ο υδραυλικός και με ρωτά αν κατάλαβα τι είπα. Ούτε λέξη, του λέω. Βάζει
τα γέλια. Μου δίνει ένα πραγματάκι τόσο δα και μου λέει πάρ’ το. Το κοιτώ σα να
είναι εξάρτημα από δορυφόρο!
Του λέω, μου στέλνεις έναν
υδραυλικό να μου το φτιάξει;
Βάζει ξανά τα γέλια. Πήγαινε σπίτι και θα έρθει, μου λέει. Πάω σπίτι και
περιμένω. Έρχεται το παιδί, κοιτάει μου λέει θέλει δυο ώρες δουλειά και να μη
ρίξω νερό για οκτώ ώρες!
Δούλεψε ο άνθρωπος σα σκυλί, μου καθάρισε και τις βρωμιές
και πήρε μόνο 70 ευρώ. Χαλάλι του!
Τώρα το έφτιαξε. Η κουζίνα είναι βομβαρδισμένη αλλά αύριο θα
έρθει η δούλα (Φούλη, η δούλα έγραψα, ξέσκισέ με!) και θα την κάνει κουκλί
πάλι!
Τώρα ηρέμησα και κάθισα να ξεκουραστώ. Και να μοιραστώ την
περιπέτειά μου! Μαζί σας.
Πατσελούι!!!