ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΟΥ!

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού OΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΛΟΓΚ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ izismile.com

27 Σεπ 2013

ΗΛΘΕ, ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΑΠΗΛΘΕ!




Ποιος;
Ο παίδαρος γείτονας.
Αυτό το παιδί αναρωτιέμαι τι δουλειά κάνει. Έρχεται στο σπίτι του τρεις τέσσερις ημέρες και μετά ξαναφεύγει. Και φεύγει για κανένα πεντάμηνο!
Όταν επιστρέφει, γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Όλο το σόι του περνά και τον χαιρετά και τον περιποιείται.
Όταν φεύγει δεν έρχεται κανείς σπίτι του. Τα έρμα τα φυτά που έχει στη βεράντα, δυο γλάστρες δηλαδή, έχουν ξεραθεί. Είναι πλέον ένα ξερό πράγμα που κάποτε ήταν χώμα και οι γλάστρες έχουν σκιστεί γιατί είναι πλαστικές. Το χειμώνα που έβρεχε, ψιλοζούσαν τα φυτάκια. Τώρα τίποτα. Dead
Νοικοκυρόπαιδο πάντως. Μόλις έρχεται, πλένει τη βεράντα, καθαρίζει τζάμια και παντζούρια (!). Σκουπίζει, σφουγγαρίζει, βάζει μπουγάδα, αλλά την απλώστρα την έχει μέσα στο σπίτι, οπότε δεν μπορώ να δω μήπως είναι στρατιωτικός και είναι σε κάποια δύναμη στο εξωτερικό.
Σιδερώνει.
Εκεί, ρε παιδιά, τον θαυμάζω. Με τις ώρες σιδερώνει με το εσώρουχο. Μέσα στο σπίτι, που οι νοικοκυρές με μεγάλες βεράντες, όταν έχει ζέστη, σιδερώνουμε στη βεράντα. Μπορεί να σιδερώνει και πέντε ώρες!!! Μιράκολο!
Όταν έρχεται, πραγματικά, τον νιώθω σα συντροφιά. Νιώθω μια ασφάλεια. Και ας μην τον ξέρω. Αν τον δω στο σούπερ μάρκετ, δε θα τον γνωρίσω. Αλλά είναι μια παρεούλα. Τα βράδια, όταν δε βγαίνει, το πρώτο βράδυ συνήθως, κάθεται στη βεράντα του, ανάβει ένα κεράκι και χαζεύει στην τηλεόραση που τη γυρνά προς τα έξω. Τις άλλες βραδιές, επιστρέφει με κάποια, πάντα διαφορετική, γυναίκα. Τη βραδιά πριν φύγει, μένει μέχρι  αργά με συγγενείς και φίλους.
Σήμερα που έφυγα για τη δουλειά, την ώρα που βγήκα στη βεράντα τον είδα που μάζευε τις καρέκλες.
Τον ρώτησα αν ξαναφεύγει.
Μου είπε ναι.
Καλό ταξίδι του ευχήθηκα.
Με ευχαρίστησε και έφυγα.
Η βεράντα είναι πάλι άδεια και οι γλάστρες στην ίδια θέση με τα ξερά φύλλα τους να χορεύουν στο φύσημα του ανέμου!!!

Κίσσις!

23 Σεπ 2013

ΓΚΡΙΝΙΑ.




Ίσως να φταίει η κούρασή μου, αλλά σήμερα θα γκρινιάξω.
Και άσχημα μάλιστα.

Μένω σε μια υποτίθεται καλή γειτονιά της Αθήνας. Που ακόμα και αν ήταν από τις χειρότερες, ο κόσμος πάει σχολείο και μαθαίνει κάποια πράγματα. Όπως, ας πούμε, τις ώρες κοινής ησυχίας. Για όποιον δε γνωρίζει, οι ώρες κοινής ησυχίας είναι από τις 15:00 με 17:30 το μεσημεροαπόγευμα και 22:30 ως 07:00 το πρωί.
Ακόμα και αν στο σχολείο δε διδάσκονται αυτά, θες από το σπίτι του κάποιος, θες από την τηλεόραση, μαθαίνει ποιες είναι οι ώρες.
Ε, εδώ, υπάρχουν κάτι κωλόπαιδα, που 00:30 το βράδυ, κάνουν τόση φασαρία που ενώ μένω στον όγδοο, πετιέμαι από το κρεβάτι μου από την τρομάρα! Έχω μάθει όλα τα αστεία τους, τα αισθηματικά τους, τις σκοτούρες τους. Τόση φασαρία ούτε στο Σύνταγμα σε πορεία δεν έχει!

Οι περιπλανώμενοι κηπουροί. Κάθε πρωί, μα κάθε πρωί, ακούς:
Κοπρία, καστάνοχμα, λεμονίες, γαρδενίες, ορτένσιες, έχω. Γήπους γκαθαρίζω. Βεράντες νταγκτοποιώ! Μη νομίζετε ότι έγραψα λάθος. Έτσι ακριβώς τα φωνάζει με τη ντουντούκα ο γκημπουρόόόός!

Οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις 
από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ότι ώρα να είναι, θα σου τηλεφωνήσουν και θα αρχίσεις να πατάς πλήκτρα στο τηλέφωνο για να βοηθήσεις μερικούς φοιτητές να κάνουν πτυχιακή!

Τα σήριαλ στην τηλεόραση. Επειδή έκανα δουλειές, δεν μπορούσα να διαβάσω, οπότε για να έχω παρέα, έβαζα τηλεόραση. Έξω να σκάει ο τζίτζικας και μεις να βλέπουμε χριστουγεννιάτικα κάλαντα! Τόσο ηλίθιοι αυτοί στα ιδιωτικά κανάλια;
Άσε αυτό το ρετιρέ. Έλεος. Άλλη μια φορά να ακούσω την τσιρίδα της Γιουλάκη και θα μου ρθει ντουβρουτζάς! Σιγά μην υπάρχει φαν κλαμπ της εκπομπής αυτής. Πρέπει να είναι πολύ άρρωστα τα άτομα αυτά!

Αυτά. Μπορεί να φταίει η κούρασή μου και για αυτό να γκρινιάζω. Αλλά ούτως ή άλλως αυτά με ενοχλούν!



20 Σεπ 2013

ΣΑ ΣΗΜΕΡΑ…




Πριν πολλά χρόνια.
Τη μέρα αυτή δεν την ξέχασα.
Τουλάχιστον όπως ξεκίνησε.

Μόλις χτύπησε το ξυπνητήρι, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου σα ζεματισμένη. Μπήκα στο μπάνιο, λούστηκα, περιποιήθηκα τον εαυτό μου και βγήκα χτενισμένη, έτοιμη…

Στην κουζίνα οι γονείς μου με κοίταζαν με ανάμεικτα αισθήματα.
Ο μπαμπάς γεμάτος περηφάνια και ανησυχία.
Η μαμά φανερά στενοχωρημένη που προσπαθούσε να κρυφτεί χαμογελώντας.

Ο μόνος ενθουσιασμένος ήταν η αδερφή μου! Γελούσαν και τα μάτια της.

-Έλα αδέρφι, τελευταία μέρα θα πάρουμε όλοι μαζί πρωινό. Να δω τι θα κάνω τη μαμά αύριο!

Πήραμε πρωινό, η μαμά μου βουτύρωνε φρυγανιές. Η αδερφή μου μου τις έτρωγε. Ο μπαμπάς έπινε τον καφέ του και χαμογελούσε με τόση ικανοποίηση! Η μαμά προσπαθούσε να μην κλάψει.

-Πιες παιδί μου και λίγη πορτοκαλάδα, τι στην έστυψα;;;
-Δε θέλω ρε μαμά, δεν πάει τίποτα κάτω…
-Γιατί κορίτσι μου; Δε σε πάμε για σφαγή. Στη σχολή που ήθελες σε πάμε! Πέρασες. Όλο το καλοκαίρι για αυτό μιλούσες. Τώρα τι φοβάσαι;
-Μπαμπά… και αν δεν τα καταφέρω;;;
-Τόσες και τόσες πριν από σένα πως τα κατάφεραν; Εσύ γιατί να μην τα καταφέρεις;
Όσο και αν σας φαίνεται περίεργο,  αυτό το βρήκα εξαιρετικό επιχείρημα.
Οι άλλες πως τα κατάφεραν; Καλύτερες ήταν από μένα; Πιο ικανές; Πιο έξυπνες; Όχι. Απλά πιο πεισματάρηδες. Το ίδιο και εγώ. Θα τα καταφέρω.
Και τα κατάφερα.

Στις οχτώ, πήρα ένα 
νεσεσέρ με ένα νυχτικό και μια ρόμπα, την οδοντόβουρτσά μου και την οδοντόκρεμά μου, το σαμπουάν και ένα σαπούνι, μια μικρή πετσέτα και μια βούρτσα για τα μαλλιά, δυο κοκαλάκια και πέντε σετ εσώρουχα.
Αυτά ήταν τα πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου στη σχολή.
Οκτώ και μισή ήμασταν με τη μαμά και τον μπαμπά έξω από το 401.
Το κτήριο επιβλητικό. Οι φαντάροι που φύλαγαν την είσοδο και όπως έμαθα λίγες ώρες αργότερα και την έξοδο, μου φάνηκαν σα δεσμοφύλακες.
Δείλιασα. Ναι. Μετά από τόσα χρόνια το παραδέχομαι. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Να ξαπλώσω στο κρεβατάκι μου, να χωθώ στην αγκαλιά του μπαμπά μου και να μείνω εκεί. Δεν ήθελα ούτε γαλόνια ούτε τίποτα.
Πάρκαρε ο μπαμπάς μέσα στο στρατόπεδο και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Πήρα το νεσεσέρ και κοίταγα τη σχολή και τις άλλες κοπέλες που με τα βαλιτσάκια τους περνούσαν το κατώφλι της.
Μια αξιωματικός ήταν στην είσοδο.
Δεν έλεγα να ξεκολλήσω από το πλάι του αυτοκινήτου. Ο μπαμπάς είχε προχωρήσει μπροστά. Η μαμά μου σκούπισε κρυφά όπως νόμιζε τα δάκρυά της. Χαμογελούσε, αλλά την έβλεπα, τα μάτια της δάκρυζαν συνέχεια.
Χώθηκα στην αγκαλιά της. Δάκρυσα και εγώ.
Ο μπαμπάς μας είδε που είχαμε μείνει πίσω. Γύρισε, με έπιασε από το χέρι και με κοίταξε στα μάτια.
-Αν θες το κάνεις αυτό. Αν θες γυρνάμε πίσω και ξαναδίνεις πανελλαδικές. Δε σε πιέζει κανείς. Ότι θες κάνεις. Εγώ είμαι εδώ!
-Όχι βέβαια, είπα. Τόσα και τόσα πέρασα για να μπω σε αυτή τη σχολή. Θα πάω.
Σήκωσα τους ώμους μου και αγκάλιασα τον μπαμπά μου. Μου ψιθύρισε στο αυτί: αν δεν αντέξεις, πάρε με τηλέφωνο να έρθω να σε πάρω. Εγώ είμαι εδώ.
Τον φίλησα, φίλησα τη μαμά, ξαναφίλησα τον μπαμπά και τους έδιωξα.
Ξεκινούσα μια καινούργια ζωή. Τέλος το κοριτσάκι του μπαμπά. Τους κοιτούσα που μπήκαν στο αυτοκίνητο παρά τις αντιρρήσεις τους και πριν βγουν από την πύλη, ο μπαμπάς σταμάτησε και γύρισε και με κοίταξε. Ήμουν στο ίδιο σημείο που με είχε αφήσει. Δε μου έκανε κάποιο νόημα, δε μου φώναξε κάτι. Ήξερα όμως τι μου έλεγε. «Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ».
Τους κούνησα το χέρι και μόλις πέρασαν την πύλη και βγήκαν στη λεωφόρο, γύρισα και κοίταξα τη σχολή.
Φορούσα μια λευκή φούστα σε γραμμή Α, ένα λευκό κοφτό στο λαιμό πουκαμισάκι που κούμπωνε στην πλάτη, ροζ ινδικό μαντήλι στη μέση και ροζ τσόκαρα. Κρατούσα ένα ροζ νεσεσέρ.
Άλλαξα χέρι στο νεσεσέρ, πήρα μια βαθειά ανάσα και προχώρησα προς τη σχολή.
Στην είσοδό της, είχε έξι σκαλοπάτια. Σταμάτησα πριν τα ανέβω. Η αξιωματικός που ήταν στην πόρτα με κοιτούσε χαμογελώντας και περίεργα. Όλες οι άλλες είχαν έρθει με τους γονείς τους και μπαίνανε μέσα. Εγώ τους έδιωξα εκατό μέτρα πριν τη σχολή. Είχε δει και τον μπαμπά με τη στολή, με κοίταζε και ποιος ξέρει τι σκεφτόταν.
Την κοίταξα και εγώ. Για την ακρίβεια την περιεργάστηκα. Έμεινα κανένα πεντάλεπτο μπροστά από τα σκαλιά.
Το χαμόγελο της Αγαπάκη, 
έτσι την έλεγαν στο επίθετο τη λοχαγό που περίμενε στην είσοδο, έπαψε να υφίσταται. Με κοιτούσε πλέον με φανερή περιέργεια. Θα μπει; Δε θα μπει;

Ότι πέρασα ένα χρόνο, από τη στιγμή που έμαθα για τη ΣΑΝ, μέχρι που έφτασα στο κατώφλι της, μου ήρθαν στο νου.
Οι αλλαγές φροντιστηρίου, το πήγαινε έλα στην Κάνιγγος, το διάβασμα, τα ξενύχτια, οι πανελλαδικές, οι εξετάσεις οι ιατρικές, τα αθλήματα, τα τεστ ευφυΐας, τα τεστ προσωπικότητας, τα ψυχολογικά τεστ. Η αναμονή των αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα. Και τώρα εδώ…

Πήρα μια βαθειά ανάσα. Και μια δεύτερη. Και ανέβηκα τα σκαλιά.

Υ.γ. το ίδιο βράδυ, ο μπαμπάς μου, η μαμά μου και η αδερφή μου ήρθαν έξω από τη σχολή. Παρκάρανε εκεί που είναι τώρα το περίπτερο απέναντι από την είσοδο του 401. Κοίταζαν τη σχολή. Ο μπαμπάς είπε: αν δεν περνάει καλά το κορίτσι μου, με τανκς θα μπω να την πάρω από κει μέσα! Μου το είπε η αδερφή μου στο πρώτο επισκεπτήριο. Δεν την πίστεψα. Όταν όμως πέρασε αυτή στη σχολή και πήγαμε έξω από το 401 το πρώτο βράδυ, ο μπαμπάς είπε τα ίδια λόγια. Τότε την πίστεψα… Και σε μένα και στην αδερφή μου, οι γονείς μου γύρισαν σπίτι τους όταν στις έντεκα έσβησαν τα φώτα λόγω σιωπητηρίου…

Λίγο έμεινε και σύνταξη μετά!

17 Σεπ 2013

ΤΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΟΚΟΡΙΤΣΟ




Χάθηκα. Το ξέρω. Έχω όμως εξαιρετική δικαιολογία.
Μου καρφώθηκε από το Μάιο, να βάψω τη βιβλιοθήκη. Ουδέν το περίεργο. Μου καρφώθηκε να το βάψω το δωμάτιο μόνη μου.
Και θα μου πείτε πως μου ήρθε τοιαύτη φαεινή ιδέα.
Γιατί δεν ήθελα να με πιάσουν κορόιδο.
Φέρνω δυο ελαιοχρωματιστές να δουν το δωμάτιο και να μου δώσουν προσφορά. 300 ευρώ. Μάλιστα! Για δυο τοίχους και έναν μισό!
Βγάλε 70 ευρώ τα υλικά, 230 ευρώ για 30 τετραγωνικά τοίχους. Τους υπολόγισα. Έρχεται το τετραγωνικό να στοιχίζει 7,666 ευρώ. Σιγά ρε μάγκες!
Τι σπουδάσατε για να παίρνετε τόσα χρήματα το τετραγωνικό;
Άσε που αν ερχόταν ελαιοχρωματιστής, θα έπρεπε να βγάλω τα πράγματα του δωματίου σε μια μέρα, θα είχα βοήθεια βέβαια, αλλά  δε θα προλάβαινα να περάσω από δικαστήριο ότι θα είχε μέσα το δωμάτιο.
Έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση, και άρχισα μόνη μου σιγά σιγά να αδειάζω το δωμάτιο. Μου πήρε μια βδομάδα αλλά το έκανα εξαιρετικά ξεκούραστα. Μετά έφυγα διακοπές.
Γύρισα, βοήθησα 
τη μαμά μου και μετά αποφάσισα πως ήταν καιρός να τακτοποιήσω και το άδειο δωμάτιο.
Έπρεπε όμως να ξέρω τι θα κάνω.
Κάνω μια ιδιαίτερα λεπτομερή έρευνα στο ίντερνετ και κατέληξα στο χρώμα, το είδος, την ποσότητα, τα απαραίτητα υλικά.
Και γράφω κατάλογο, ο οποίος δεν ήταν και μακροσκελής και πάω στο Praktiker. Αποφασισμένη όμως!
Μια πολύ εξυπηρετική κοπέλα με βοήθησε να πάρω ότι ήθελα. Και τα κουβαλάω σπίτι. Και τα πάω στο δωμάτιο. Και ξεκουράστηκα για το υπόλοιπο της μέρας

Την Τρίτη που μας πέρασε λοιπόν, ξύπνησα από νωρίς. Φρεσκάρισα τις γνώσεις μου, είδα και μερικά βίντεο για το πώς βάφουν και έφτιαξα ένα δυνατό παγωμένο φραπεδάκι.
10:10 ξεκίνησα να καλύπτω με χαρτοταινίες ότι δεν έπρεπε να βαφτεί. 10:30 άρχισα τις προσπάθειες να ανοίξω το χρώμα. Μου πήρε ένα δεκάλεπτο. Τι φοβούνται; Μήπως σηκωθεί το χρώμα και φύγει; Δε φεύγει. Λάλησα, αλλά τα
κατάφερα και θα σας πω και πως. Με το σκουπ του παγωτού της taperware χιλιοστό χιλιοστό να προσπαθώ να ανοίξω το καπάκι να τραβηχτεί λίγο πιο πάνω ώστε να το τραβήξω να το βγάλω. Και το έβγαλα. Επιτέλους δηλαδή! Το ανακάτεψα με το ξύλινο που είχα για τα τηγάνια τα τεφάλ και ξεκίνησα. Και έκανα με το πινέλο τα κοψίματα (όχι, να το δείτε, έμαθα και ορολογία!), μετά πήρα το μικρό ρολάκι και έκανα τις μικρές επιφάνειες και πίσω από το καλοριφέρ και ήρθε η ώρα να ξεκινήσω με το μεγάλο ρολό!
Εννοείται, πως δεν έσταξα σταγόνα κάτω. Όλα λαμπίκος!
Και ξεκινώ με το 
μεγάλο ρολό. Κάνω τον έναν τοίχο και το μισό μισό και τελειώνει το πρώτο δοχείο με το χρώμα. Μου πήρε, χωρίς υπερβολή παιδιά, 40 λεπτά να τελειώσω το άνοιγμα του δεύτερου κουτιού. Το ανακάτεψα καλά και αυτό και συνέχισα τη δουλειά μου. Στις 12:40 είχα τελειώσει τα πάντα. Και καταπληκτική δουλειά. Επαγγελματική όσον αφορά από τα σοβατεπιά και πάνω.
Γιατί όσον αφορά από τα σοβατεπιά και κάτω… γάμησέ τα!!!
Δεν είχα δει στα βίντεο να στρώνουν κάτω χαρτί. Ούτε το διάβασα στα ενημερωτικά.
Και την πάτησα…
Διότι το μεγάλο ρολό, όταν ανεβοκατεβαίνει στον τοίχο, πιτσιλάει. Και αφήνει κάτι πιτσιλιές μικρές μικρές παντού. Γύρω γύρω από τους τοίχους, το πάτωμα, είχε γίνει λευκό από μικρές πιτσιλιές!
Περιμένω να στεγνώσουν οι τοίχοι, βγάζω τις ταινίες, καθαρίζω τις μπρίζες και τα κουφώματα, τα τζάμια και τις ντουλάπες και έπεσα ξερή. Ήταν μόνο τέσσερις το απόγευμα. Πονούσα παντού. Γιατί όταν είσαι πάνω στη σκάλα, όλο το σώμα και όλοι οι μυς λαμβάνουν μέρος στην ισορροπία μας. Και έπεσα ξερή για ύπνο. Καλά το αποτέλεσμα με δικαίωσε πανηγυρικά. Ένιωθα φοβερή ικανοποίηση. Και κοιμήθηκα σαν πουλάκι παρά την κόπωση τη σωματική.
Όπως καταλάβατε δεν αναφέρθηκα καθόλου στο πώς αφαίρεσα τις πιτσιλιές. Γιατί τις άφησα για την επόμενη ημέρα. Ναι ναι ναι, τις άφησα να στεγνώσουν καλά καλά για νιώσουν και αυτές για μερικές ώρες το μεγαλείο της ύπαρξής τους!
Την Τετάρτη το πρωί, έφτιαξα πάλι ένα παγωμένο και δυνατό φραπεδάκι, γέμισα νερό μια λεκανίτσα, πήρα το σφουγγάρι της κουζίνας, και έπεσα στα τέσσερα. Ω ναι, γονάτισα στο πάτωμα και με το σφουγγαράκι τρίψε τρίψε έβγαλα όλες, μα όλες όμως, τις πιτσιλιές. Περίμενα μέχρι τις δυο το μεσημέρι να τελειώσω, αλλά μου πήρε ως τις έξι το απόγευμα. Τελικά έκανα ένα πάτωμα να σου χυθεί το γάλα και να το πιείς από κάτω!
Κούραση; Πόνος; Ταλαιπωρία; Μη στο συζητώ. Πονούσε το δεξί το χέρι, τόσο, που πήρα δυο παυσίπονα. Ο δικέφαλος ο δεξιός ακόμα πονάει. Το αριστερό χέρι που στηριζόμουν, πρήστηκε και ακόμα να ξεπρηστεί. Τα γόνατά μου και ιδιαίτερα το πονεμένο, υπέφεραν. Όταν σηκώθηκα, έβλεπα μυγάκια. Έκανα ένα καυτό μπάνιο και έπεσα ξερή. Επιεικώς ξερή. Την επομένη δεν ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Δεν έβρισκα  θέση να με ανακουφίζει από τους πόνους. Και είχα και τα κουνούπια να με κάνουν μεζέ. Ευτυχώς η κολλητή, μου είχε φέρει μια μυγοσκοτώστρα, τη φόρτισα και τα μακέλεψα τα αιμοδιψή τέρατα με την ηλεκτρική μου ρακέτα!
Την επομένη άρχισα να γεμίζω το δωμάτιο. Ακόμα δεν έχω τελειώσει, αλλά δεν πειράζει. Θα μου φάει κανένα μήνα να ξανακάνω το βομβαρδισμένο χωριό της Συρίας, σπίτι, αλλά θα είναι κουκλί.

Αυτά. Πάω να βάλω το πονεμένο μου κορμί σε ένα κρεβάτι να ξεκουραστεί.

υ.γ. οι πιτσιλιές είναι έτσι μικρές όπως αυτές που έχω στο στήθος μου και αυτές δε βγήκαν από το τρίψιμο στο μπάνιο. έτσι κατάλαβα πως θα κουραστώ να τις βγάλω από το πάτωμα και γι αυτό το άφησα για την επομένη το καθάρισμα του πατώματος!
 

14 Σεπ 2013

ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ;;; ΟΕΟ!




Στα όρη, στα άγρια βουνά, στους κάμπους, στα λαγκάδια, όπου θέλετε μπορεί να πήγε αφού έφυγε από τις γυναίκες!

Και μετά αναρωτιόμαστε στα γυναικεία πηγαδάκια, γιατί οι άντρες έπαψαν να είναι κυνηγοί…

Μα τι να κυνηγήσουν; Πες τε μου τι;;;

Γυρνούσα από τη μαμά με τα πόδια. Επειδή ήταν νύχτα και δεν είναι και στην πιο ασφαλή περιοχή της Αθήνας, είπα να πάω από την κεντρική λεωφόρο που έχει φώτα, καφετέριες και κίνηση γενικότερα, μην πάω και σαν τη σκύλα στο αμπέλι!
Έξω από το ζαχαροπλαστείο, είναι μια κοπέλα και περιμένει. Όσο πλησιάζω ακούω ένα περίεργο θόρυβο να ακούγεται όλο και πιο δυνατά. Τι είναι; Η κοπέλα με την τσάντα την Tods, αυθεντική παρακαλώ, μασάει σαν κατσίκα. Και κάνει και φούσκες! Και τις σκάει στο στόμα της και ανοίγει και το στόμα να ακούγονται καλύτερα. Δεν ήταν μικρό κορίτσι. Κυρία γύρω στα 35. δηλαδή στα πέντε της τι έκανε;

Η κοπέλα που μένει  δίπλα από 
το διαμέρισμα του παίδαρου γείτονα, σε άλλη πολυκατοικία, έκοβε τα νύχια των ποδιών της μπροστά στον γκόμενο και το φίλο του. Βρε κοριτσάκι μου, δε βρήκες ένα δεκάλεπτο που ο φίλος σου λείπει, να κόψεις τα νύχια σου; Έπρεπε να είναι εκεί και να τον συντροφεύει και ο κολλητός του; Δεν πήγε στο φούρνο; Δεν πήγε να πάρει τσιγάρα; Δεν έφυγε για λίγο από το σπίτι να βρεις χρόνο να κάνεις τη δουλειά σου; Δε λέω, βάψ’ τα μπροστά του, κάποιοι τύποι το βρίσκουν ιδιαίτερα ελκυστικό και ερεθιστικό να περιποιείται τον εαυτό της μια γυναίκα, αλλά να κόβεις τα νύχια σου; Έλεος.


Στην παραλία της Ζακύνθου, το είδα και αυτό. Γυναίκα σαν τα κρύα τα νερά, να φορά τελευταία λέξη της μόδας σε μαγιώ, παρεό, και κοσμήματα, αλλά η τρίχα στη μασχάλη ήταν σαν το μούσι τράγου!

Κοριτσάκι γύρω στα είκοσι, και πολύ λέω, τσακώνεται στο μπαρ με το φίλο της. Κάτι της λέει αυτός και απαντά με φωνή που σπάει κόκαλα η «Αφροδίτη»: στα αρχίδια μου! Ποια αρχίδια σου μωρή;;; που αν ήσουν κόρη μου θα σε κούρευα γουλί και μόνο για το σκεπτικό σου, αν δεν είσαι το πρωί ο Μήτσος και το βράδυ η Ελεονόρα, δε δικαιολογείσαι να λες στα αρχίδια σου. Θες να βρίσεις; Βρίσε. Ποιος ξέρει τι σου έκανε και ο φίλος σου. Αλλά με χάρη. Με κομψότητα. Με φινέτσα. Με τσαχπινιά. Αχ ρε Μαρία, ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει, εσύ έβριζες κομψά! Όταν τη θύμωνε κάποιος, κοίταζε… ξέρετε που και έλεγε, «στη Μαίρη τη μικρούλα που είναι μαύρη και χαϊδούλα!» Ή, «στο δεξιό μου αιδοιόχειλο».
Το άκουσα και αυτό. Πρωινιάτικα σε καφετέρια γύρω από το μετρό μιλούσε στο τηλέφωνο μια τύπισσα και λέει του συνομιλητή της: «στον πούτσο μου!». Που τον βρήκες ρε κοπελιά και τον χρησιμοποιείς και ως σημειωματάριο; Γύρισε όλο το μαγαζί και την κοίταζε!

Συνταξιδιώτισσα, κάνει ζέστη του σκοτωμού, έχουμε έξι τουλάχιστον ώρες ταξίδι, φοράει ένα σορτσάκι, ένα χαριτωμένο μπλουζάκι και τα παπούτσια της φωτογραφίας!


Αυτά δεν είναι παπούτσια είναι το εξώγαμο της γαλότσας με τη σαγιονάρα!!! Ποιο διεστραμμένο μυαλό τα σχεδίασε αυτά τα εκτρώματα δεν ξέρω. Σίγουρα κάποια κακιασμένη αδερφή που ζηλεύει τα γυναικεία πόδια, αλλιώς δεν εξηγείται! Και καλά αυτός τα σχεδίασε, αυτές που τα πήραν;

Πίνω το μοχίτο μου, καλοκαίρι γαρ, σε ένα μπαράκι που το έχει φίλη μου. Κάθομαι στο μπαρ και μιλώ με την Εύα, αλλά επειδή η Εύα εξυπηρετεί άλλο πελάτη, χαζεύω γύρω μου. Και βλέπω γυναίκα στην ηλικία μου, ωραία, περιποιημένη και με το μαλλί στην πένα, να στρίβει τσιγάρο και να το στρίβει σαν το Jim το νέγρο το θερμαστή από το Τζιμπουτί…

Μετά προβληματιζόμαστε γιατί οι άντρες έχουν ευνουχιστεί. Δεν έχουν ευνουχιστεί. Έχουν τελείως χάσει τη διάθεσή τους με αυτά που βλέπουν!




11 Σεπ 2013

100 ΜΕΡΕΣ, 100 ΝΥΧΤΕΣ

Το άκουσα, μου άρεσε και το μοιράζομαι μαζί σας!




100 days, 100 nights to know a mans heart
100 days, 100 nights to know a mans heart
And a little more before he knows his own
You know, a man cant play the part of a saint just so long
For a day comes when his true, his true self unfolds, yes, it does
He may be mellow, he may be kind, treat you, girl, all the time
But theres something just beyond what hes told, hey
100 days, 100 nights to know a mans heart
100 days, 100 nights to know a mans heart
And a little more before he knows his own
Wait a minute
Maybe I need to slow it down just a little
Take my time
I had a man tell me things
(100 days, 100 nights)
Oh, made me feel just like a queen
(100 days, 100 nights)
And I thought he was the one
(100 days, 100 nights)
I, I would hold, oh yes, I did
(100 days, 100 nights)
But one day I looked around
(100 days, 100 nights)
That old man was nowhere to be found
(100 days, 100 nights)
100 days for his heart
(100 days, 100 nights)
To unfold
(100 days, 100 nights)
100 days, 100 nights
(100 days, 100 nights)
To know a mans heart
(100 days, 100 nights)
100 days, 100 nights
(100 days, 100 nights)
To know a mans heart
(100 days, 100 nights)
And a little more before he knows his own
100 days, 100 nights
100 days, 100 nights
100 days, 100 nights

8 Σεπ 2013

ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ



Όσο και αν σας φαίνεται περίεργο, για μένα είναι από τους πιο τρυφερούς διαλόγους.

-       Έλα βρε σκουλήκι
-       Τι κάνεις ελονοσία;
-       Σήμερα το πρωί είδα ένα μαύρο σκουλήκι και σε θυμήθηκα.
-       Και εμείς εδώ πέθανε μια γριά και αναρωτιόμουν τι να κάνει η δική μου.
-       Φοράς αντηλιακό;
-       Αυτά είναι για τους ντιγκιντάγκες.
-       Βρε ούφο στην καράφλα να βάζεις για να μην κάνεις κανένα καρκίνο.
-       Εσύ τα παίρνεις τα χάπια σου;
-       Αν δε βάζεις αντηλιακό, θα τα σταματήσω.
-       Να κλείνεις και
τις πόρτες το βράδυ για να μην έχει υγρασία και πονάς.
-       Και εσύ να φοράς καπέλο αφού δε βάζεις αντηλιακό.
-       Τι ώρα γυρίσατε με τη Ρία χθες βράδυ;
-       Δύο.

Η Ρία από μέσα: στις τρεις Γιάννη, ψέματα λέει. Και μετά ήπιαμε μπύρα και τεντούρα στη βεράντα του δώματος. Στις πέντε πήγαμε για ύπνο.

-       Ούφο, ξενυχτάς και με κοροϊδεύεις ότι προσέχεις και παίρνεις τα φάρμακά σου.
-       Σκυλί μαύρο, τα παίρνω και ξεκουράζομαι.
-       Ευτυχώς που με ενημερώνει η Ρία
-       Σιγά που θα κάνει εσένα καλύτερο από μένα, εγώ μαθαίνω τα νέα σου γιατί μου τα λένε οι αδερφές σου και αυτές μου λένε πως όλη τη μέρα κάνεις μερεμέτια στο σπίτι και δεν τρως και δεν ξεκουράζεσαι. Ρε παλιόγερε να προσέχεις για να έχω
-       Τι λες μωρή παλιόγρια; Ποιος κουράζεται; Με πέντε ώρες δουλειά στο σπίτι, τι κούραση να έχω; Εσύ που είσαι ψοφίμι να προσέχεις.
-       Όχι εσύ.
-       Όχι εσύ.
-       Όχι εσύ.
-       Όχι εσύ.
-       Με νευρίασες. Άντε ψόφα τώρα.
-       Εσύ να ψοφήσεις και να ξεραθείς.
-       Να μου φιλήσεις τη Λίζα.
-       Χαιρετισμούς στη Ρία.
-       Γειά σου σκουλήκι μου
-       Γειά σου ελονοσία μου.
-       Σ’ αγαπώ.
-       Εγώ όχι. Σε λατρεύω…

5 Σεπ 2013

ΤΟ ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ




 Ή αλλιώς η Ζάκυνθος.
Από καιρό μια πολύ καλή μου φίλη επέμενε να πάω στο νησί που είχε ερωτευθεί από έφηβη. Και με την υποτροφία της αντί να σπουδάσει, πήρε ένα οικόπεδο στη Ζάκυνθο και δούλευε για να πληρώσει τα δίδακτρά της στον Καναδά.
Από το πολύ το μπίρι μπίρι, με έπεισε.
Μάζεψα λοιπόν, τα σέα μου και το αποφάσισα να περάσω μια βδομάδα στο Ζάντε.
Το πώς πήγα και γύρισα, σας το έγραψα.
Φτάνω αισίως στις δώδεκα το μεσημέρι στο λιμάνι της Ζακύνθου. Η φίλη μου με περίμενε με το κάμπριο έξι μέτρα από το πλοίο.

Ααααα, ξέχασα να σας πω. Επειδή θα ταξίδευα πολλές ώρες, έβαλα παπούτσια με τακούνι μόνο τέσσερα εκατοστά και μαντέψτε… έπεσα.
Ω ναι, το έπαθα και αυτό πέντε τα χαράματα δέκα μέτρα από το σπίτι μου. Ένα κωλόγατο πετάχτηκε από το πουθενά κατά πάνω μου, κάνω πίσω να μην μου πέσει στο πρόσωπο και το οδόστρωμα είχε μια τρύπα σαν τάπερ για να πλένεις τη σαλάτα και έφαγα τα μούτρα μου. Πιο συγκεκριμένα το αριστερό γόνατο, που ως γνωστό κάθε καλοκαίρι το σακατεύω. Σκίστηκε το παντελόνι, σκίστηκε το γόνατο αλλά εγώ απτόητη, βγήκα στη λεωφόρο για ταξί. Και βρήκα με τη μία. Στο σταθμό έπλυνα το πόδι μου με νερό παγωμένο που πραγματικά με ανακούφισε στο μωλωπισμένο και σκισμένο πόδι. Στο πλοίο Κυλλήνη Ζάκυνθος ζήτησα έναν ελαστικό επίδεσμο και το έδεσα και μπορούσα να περπατήσω χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, γιατί μεχρι τότε ήμουν κούτσαβλη εντελώς!!!

Η φίλη μου πρόσεξε ένα περίεργο περπάτημα, αλλά το απέδωσε στα χαμηλά παπούτσια. Μπαίνω στο κάμπριο φιλιόμαστε και βλέπει πως κάθομαι λίγο περίεργα, αλλά από τη χαρά της δε λέει κάτι.

Η Ζάκυνθος στο φως του ήλιου πραγματικά λάμπει. Ένα ασημολαδί χρώμα παντού (λόγω των ελαιώνων). Το σπίτι της φίλης μου είναι χτισμένο σε ένα ψηλό σημείο που από την πίσω βεράντα βλέπει όλον τον κάμπο, από μπροστά έναν ελαιώνα που καταλήγει στο γαλάζιο.
Πολλά επίπεδα, με πολύ γούστο, εναρμονισμένο με το τοπίο και το τοπικό χρώμα, όλο βεράντες και σε ότι ώρα της μέρας θες, βρίσκεις μια βεράντα που να είναι σκιερή με θέα και ελαφρύ αεράκι. Το λάτρεψα. Θα ξαναπάω του χρόνου αλλά θα έχω το δικό μου διαμέρισμα. Το δώμα. Ένα δωμάτιο διαμπερές που το βράδυ φωτίζεται από το φεγγάρι και το πρωί βλέπεις όλο σχεδόν το νησί.
                                  η πίσω θέα λίγο αριστερά


                               η μπροστινή θέα λίγο αριστερά επίσης
 Η πόλη της Ζακύνθου είναι πολύ όμορφη. Μονοδρομημένη, καθαρή, περιποιημένη που μοσχοβολά μπουγαρίνι, κοινώς Φούλι, είναι ένα μικρό φυτό που έχει κάτι υπέροχα λευκά μικρά λουλουδάκια που μυρίζουν υπέροχα. Το μουσείο του Σολωμού και του Κάλβου πολύ ωραίο.   Ο ναός του Αγίου Διονυσίου μεγαλοπρεπής και επιβλητικός. Πιο επιβλητικός από το μητροπολιτικό ναό της πόλης. 


Παρατηρήσεις.

-       Οι εκκλησίες δεν έχουν τρούλους. Είναι σύμφωνα με το δυτικό στυλ
-       Τα καμπαναριά στον περίβολο του ναού είναι ψηλά και εντυπωσιακά σαν πύργοι.
δεν είναι φάρος, είναι το καμπαναριό του αγίου διονυσίου


-       Οι ζακυνθινοί είναι πολύ φιλόξενοι, καλαμπουρτζίδες, ευγενικοί.
-       Οι οδηγοί δεν κορνάρουν και δε δυσανασχετούν με τίποτα. Περιμένουν υπομονετικά ότι και να κάνει ο μπροστινός. Μια βδομάδα στη Ζάκυνθο, δεν άκουσα ούτε ένα κλάξον! Εντυπωσιάστηκα.
-       Οι θάλασσες είναι υπέροχες. Με άμμο, με νερά πράσινα, νόμιζα πως ήμουν στις Μαλδίβες. Ζεστά νερά, πεντακάθαρα, ήρεμα να βαθαίνουν. Το καταχάρηκα.
εδώ άπλωνα την κορμάρα μου στη παραλία "γάιδαρος"


-       Έβρισκες να παρκάρεις σε όποια παραλία και να πήγαινες.
-       Στις παραλίες υπάρχουν παντού σχεδόν σημάνσεις ότι υπάρχουν αυγά χελώνας Καρέτα Καρέτα.
 αν μεγαλώσετε την εικόνα θα δείτε τις προφυλαγμένες περιοχές για τα καρετοκαρετοαυγά

-       Όλο το νησί είναι φυτεμένο ελιές. Φήμες λένε, που δεν τις βρίσκω και τόσο φήμες, πως οι ίδιοι οι ζακυνθινοί καίνε τα πευκοδάση για να φυτέψουν ελιές.
-       Όλα τα σπίτια είναι πολύ ωραία και καινούργια γιατί μετά το σεισμό του 1953 που καταστράφηκε το νησί, ξαναχτίστηκε με πολύ αυστηρούς κανόνες αντισεισμικής δόμησης.
-       Οι κάτοικοι είναι πολύ φιλόζωοι. Εκτός από το να έχουν ένα κατοικίδιο ζώο, ταΐζουν και ποτίζουν τα αδέσποτα και επιπλέον βρίσκουν και σπίτια για να υιοθετήσουν τα αδέσποτα στη Γερμανία και τις σκανδιναυϊκές χώρες. Στα γνωστά περίπτερα-μαγαζιά με θαλασσινά χρειαζούμενα και αναμνηστικά, βρίσκεις και σκυλοτροφές και γατοτροφές. Με ξάφνιασε πολύ ευχάριστα αυτό.
-       Οι άνθρωποι είναι πολύ μερακλήδες.
Ότι κάνουν το κάνουν με πολύ μεράκι. Στο σπίτι τους έχουν λουλούδια που τα φροντίζουν ιδιαίτερα. Οι περιφράξεις των οικοπέδων τους είναι μικρά έργα τέχνης με πολύ προσοχή και στοιχίζουν πανάκριβα. Είδα ένα περίβολο τόσο ωραία φτιαγμένο, που ζήτησα από τη φίλη μου να σταματήσει να το θαυμάσω. Φαντάζομαι, της λέω, τι σπίτι έχει αυτός που έριξε τόσα λεφτά για περίφραξη. Όχι, μου απαντά. Σπίτι δεν έχει μέσα. Γιατί ο τύπος είπε, σπίτι κάποια στιγμή θα φτιάξω. Τώρα που έχω τα λεφτά ας φτιάξω την περίφραξη που αν αρχίσω να χτίζω δε θα μου μένουν για να τη φτιάξω. Και τώρα ο άνθρωπος μαζεύει λεφτά για το σπίτι του.
-       Υπάρχουν πολλά σπίτια, μεγάλα, όμορφα, εντυπωσιακά με θέα σε καταπληκτικά σημεία που ανήκουν σε κάτι περίεργες ενώσεις, οργανισμούς, οργανώσεις (;) που όμως δεν κατοικούνται και είναι παραμελημένα και λυπάσαι να τα βλέπεις.
-       Οι κήποι των σπιτιών είναι εντυπωσιακοί. Ο κόσμος ασχολείται πολύ με την αυλή του. Μεταφέρουν πέτρες από χιλιόμετρα μακριά προκειμένου να έχουν το αποτέλεσμα που ονειρεύονται.
-       Τα χρώματα του νησιού είναι το λαδί και το κίτρινο γιατί οι ελιές και η ντόπια πέτρα έχουν αυτά τα χρώματα.


Αυτά. Βαρέθηκα να γράφω. Σε άλλη ανάρτηση θα σας πω πως πέρασα και τα ευτράπελα του ταξιδιού μου.
Κίσσις!!!

Υ.Γ. Το περίφημο ναυάγιο
που έχει πολυφωτογραφηθεί, είναι ένα πλοίο σιδερένιο που από τη σκουριά φαίνεται καφέ, ήταν λαθρεμπορικό με τσιγάρα που ναυάγησε τη δεκαετία του 1980. Οι παλαιότεροι στο νησί λένε πως ήταν εκπληκτική περίοδος. Σε όποια παραλία πήγαινες έβρισκες κούτες με τσιγάρα. Η χαρά του καπνιστή!!!
Από το Blogger.

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ
ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΙΝΕΨΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΑΚΩΝΕΙ

Αναγνώστες